Οι τρείς τους,
πιστοί στου Βαλαάμ τη προφητεία
 σαν είδαν τ’ άστρο
 κινήσαν για το θρύλο
 κινήσαν για τον ουρανό
 διαβαίνοντας τις άνυδρες ερήμους
 να φτάσουνε στην Ιουδαία
 στο λασποχώρι που λεγόταν Βηθλεέμ.

Με τις καμήλες τους και τ’ άλογά τους
 γλιστρώντας σύριζα από το ψόφο του
 βοριά κι από στρατιές Ρωμαίων
 αυτοκρατόρων βρεθήκανε εκεί που
 εστάθη το σημάδι. Παντού σβουνιές και
 μυρωδιά προβάτων κι αντίς για μέγαρα
 βασιλικά μονάχος ένας στάβλος.

Βαλαάμ Βαλαάμ
 που ξανακούστηκε
 χρυσό και λίβανο και σμύρνα
 σε τούτο δω τ’ αχούρι.
 Βηθλεέμ Βηθλεέμ
 δεν είσαι Βαβυλών
 δεν είσαι Αλεξάνδρεια
 κάποια τουτέστιν των βασιλέων πόλη.

Ο τέταρτος, μάγος κι αυτός
 - χώρια φερμένος απ’ τους άλλους - άλλης
 σχολής της μαντικής που κάτεχε του
 οιωνού το πέταγμα και τη κραυγή
 δώρα δεν έφερε
 απόθεσε ένα ψίθυρο στ’ αυτί του Ιησού.
 Μον’ ένα ψίθυρο που γίνηκε βοή μιά
 λέξη μοναχά αρχαία ελληνική: «ε λ π ί ς».



( Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 304 - Δεκέμβριος 2011 )