Στην προηγούμενη αφήγηση στον τίτλο αντί
"αξέχαστης εποχής" εγγράφη "αξέχαστης ζωής".
Επανέρχομαι πάλι σε νέο επεισόδιο με τη
θεία Κανέλλη. Η ηρωίδα μας λοιπόν, διότι περί ηρωίδος επρόκειτο αφού ανέλαβε
το βάρος μιας πολυμελούς οικογένειας, μετά τον πόλεμο ακολούθησε το κύμα των
Βατικιωτών προς Αθήνα και Πειραιά, προκειμένου να εξασφαλίσει εργασία για τα
υπέροχα παιδιά της. Μια από τις κόρες της έπιασε δουλειά σε ραφείο. Εκεί ο
γιος του ράφτη έδειξε αμέσως ζωηρό ενδιαφέρον για την κοπέλα. Αυτή όμως δεν
ανταπεκρίνετο με κανένα τρόπο... Η θεία Κανέλλη αγανακτισμένη με τη στάση
της κόρης της, ήλθε στη μητέρα μου στην Καστέλλα, που κατοικούσαμε τότε, να
της πει το παράπονό της και να την παρακαλέσει να της μιλήσει, δια να μη
χάσει τη λαμπρή ευκαιρία που της εδίδετο να κάνει έναν καλό γάμο. Την έφερε,
λοιπόν, σπίτι μας και τότε την παρέλαβε η μητέρα μου, λέγοντάς της ότι δεν
θα έπρεπε να χάσει ένα τόσο καλό παιδί! Η απάντηση της κοπέλας
κατηγορηματική, "δεν τον θέλω, θεία Μαρούλη, δεν τον θέλω!". Έξαλλη η θεία
Κανέλλη άρχισε να της φωνάζει "σκασμός, τον θέλεις". "Δεν τον θέλω" ήταν και
πάλι η απάντηση της κοπέλας και η θεία Κανέλλη το βιολί της: "Σιωπή, τον
θέλεις". Τελικά το συμπεθεριό ναυάγησε προς μεγάλη απογοήτευση της θείας
Κανέλλης και μέχρι που απεμακρύνθησαν από το σπίτι μας, ερχόταν σαν
αντίλαλος στα αυτιά μου η φωνή της, "σιωπή, τον θέλεις!".
Σ.Τ
( Δημοσίευση Εφημερίδας
''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο
304 - Δεκέμβριος 2011 )