Του Γιάννη Ψαρράκη  ( Βιογραφικό & αρθρογραφία ) 

Ο Τάραντας ή Τάρας υπήρξε αποικία της αρχαίας Σπάρτης, που ιδρύθηκε το 706 π.χ από τον Λακεδαίμονα Φάλανθο και ομάδα αποικιστών. Ήταν η μοναδική αποικία της Σπάρτης στη Μεγάλη Ελλάδα και αδιαμφισβήτητα η πρωτεύουσά της.

2716 χρόνια μετά, μια ομάδα Ταραντίνων Σπαρτιατών με έντονη την συνείδηση της εθνικής τους καταγωγής, αποφάσισαν να ξανακάνουν το ίδιο ταξίδι με αυτό που έκανε ο Φάλανθος αλλά αντίστροφα, ξεκινώντας από τον Τάραντα, περνώντας από το μαντείο των Δελφών και καταλήγοντας στη μητέρα πατρίδα των προγόνων τους, τη Σπάρτη.

Οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδος, φέρουν στη πατρώα ελληνική γη ιερά δώρα: μυρτιές από τον Τάραντα που θα φυτευτούν στους Δελφούς και στη Σπάρτη, ένα λυχνάρι που συμβολικά θα ανάψει στο μνημείο «donario tarantino» στους Δελφούς και στο ναό του Απόλλωνα στη Σπάρτη και νερό από τον αρχαίο ποταμό του Τάραντα, Ευρώ τα (σήμερα Galeso)..

Οι Ταραντιανοί Σπαρτιάτες αφίχθησαν στο Γύθειο τη Δευτέρα 28 Ιουνίου. Παρότι παραβρέθηκε ο Δήμαρχος της πόλης, στενοχωρήθηκαν που δεν συνάντησαν άλλους ανθρώπους. Οι Ταραντιανοί Σπαρτιάτες ξεκίνησαν από τον Τάραντα στις 13 Ιουνίου, έπειτα από μία σεμνή και αρχαιοπρεπή τελετή.

Ένα σημαντικό γεγονός, που σχεδόν πέρασε απαρατήρητο από τα ΜΜΕ, αλλά και από εμάς τους νεοέλληνες. Κοντά 3000 χρόνια οι απόγονοι των αρχαίων Σπαρτιατών διατηρούσαν αναλλοίωτητη συνείδηση της εθνικής τους καταγωγής και άσβεστη τη φλόγα της επιστροφής στην πατρώα γη.

Δεν επιθύμησαν τίποτα παραπάνω από ένα ταξίδι, στις ίδιες διαδρομές, χιλιάδες χρόνια μετά, φέρνοντας μυρτιά στην πατρώα γη, και επιθυμώντας να πάρουν μόνο δύο χούφτες χώμα της Λακωνικής γης για να τις παραδώσουν στον Δήμαρχο της πόλης τους.

Και εμείς το αγνοήσαμε προκλητικά. Δεν το θεωρήσαμε καν είδηση για να το αναφέρουμε, την ώρα που αφιερώνουμε εκατοντάδες ώρες τηλεoπτικού χρόνου για τα καμώματα της Τζούλιας και του Μένιου ή για τα συμβόλαια των "εθνικών" μας τηλεστάρ. Γιατί έτσι επιβάλλουν τα κριτήρια του ηθικού, και εθνικού μας ξεπεσμού.

Κάποτε ο Κίσσινγκερ φέρεται να είχε πει πως οι Έλληνες είναι πολύ ενοχλητικοί και για να απαλλαγούμε από αυτούς θα πρέπει να τους χτυπήσουμε βαθιά μέσα στις ρίζες τις ιστορίας τους και του πολιτισμού τους. Και φαίνεται πως το έχουν καταφέρει καλά... Φεύγοντας, οι άνθρωποι δεν παραπονέθηκαν, και είναι συγκινητικές οι εντυπώσεις τους από αυτό το γεγονός, όπως ακριβώς τις εκφράζει ο πρόεδρος του συλλόγου «Taranto Spartana» κος Giovanni Orlando.

Και με διακριτικό τρόπο μας έδωσαν μαθήματα φιλοπατρίας.

Και η γη μου, αυτή που τώρα πατώ. ,μου απήντησε : «Δεν πρέπει να τιμήσεις εμένα, αλλά εκείνους που με έκαναν μεγάλη, εκλεπτυσμένη, με πολιτισμό, σεβαστή και με δέος, εκείνους τους άνδρες που ξεκίνησαν τα πάντα, εκείνους που ελεύθεροι πλημμύρισαν κάθε μέρος μου με δόξες και τιμές, που με σεβάστηκαν και με αγάπησαν όσο κανείς πια στα 2700 χρόνια», είπε ο Πρόεδρος σε κάποιο σημείο της ομιλίας του.

Πόσο μεγάλη αλήθεια! Δεν φθάνει μόνο ένας τόπος να είναι σπουδαίος από τη φύση του. Οι άνθρωποι που τον κατοικούν τον κάνουν σπουδαίο. Επίκαιρες επισημάνσεις στους χαλεπούς καιρούς μας. Δεν φθάνει η Λακωνία να έχει σπουδαίους τόπους μόνο. Θέλει και σπουδαίους ανθρώπους, άξιους συνεχιστές της ιστορίας τους.

Δεν φθάνει τα Βάτικα να έχουν σπουδαία σπήλαια, σπουδαία απολιθώματα, σπουδαία ιστορία. Χρειάζεται και σπουδαίους ανθρώπους για να κάνουν τον τόπο σπουδαίο. Τελικά η Μεγάλη Ελλάδα ίσως είναι εκεί έξω. Η ομιλία του Giovanni Orlando "Επιτρέψατέ μου να σας αφηγηθώ και να σας περιγράψω αυτό που υπάρχει μέσα μου, προτού σας μιλήσω για όσα είδα έξω από μένα. Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου! Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου!!!

Αυτό με συγκίνησε, αυτό με ώθησε να προγραμματίσω το ταξίδι προς την Σπάρτη να τιμήσω την γη που με γέννησε, για να φανώ αντάξιος να αισθανθώ μέρος της ώστε να μοιραστώ την μοίρα της. Και η γη μου, αυτή που τώρα πατώ μου απήντησε : «Δεν πρέπει να τιμήσεις εμένα, αλλά εκεί νους που με έκαναν μεγάλη, εκλεπτυσμένη, με πολιτισμό, σεβαστή και με δέος, εκείνους τους άνδρες που ξεκίνησαν τα πάντα, εκείνους που ελεύθεροι πλημμύρισαν κάθε μέρος μου με δόξες και τιμές, που με σεβάστηκαν και με αγάπησαν όσο κανείς πια στα 2700 χρόνια». Γι αυτό η επιστροφή στις ρίζες μου, δεν ήταν απλώς μια επιλογή μου, αλλά επιβoλή της συνειδήσεως μου. Δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι λιγότερο, έπρεπε να πράξω σαν να το υπαγορεύει η Βίβλος, όπως υπαγορεύει κάθε ιερά αρχή που έχει κάθε άνθρωπος μέσα του, εάν θέλει να προσαγορεύεται έτσι. Έπρεπε να κάνω το «Λατρευτικό Προσκύνημα» έτσι όπως αναφέρεται παντού και ως ονομασία του ταξιδιού μας. Έπρεπε να το κάνω σεβόμενος την διαδρομή των Παρθενίων, δια θαλάσσης και με ιστιοφόρο, ξαναδιασχίζοντας τους δύσκολους, επιπόνους και επικίνδυνους δρόμους τους. Για να βρεθώ όμως πού; Δεν γνώριζα, όμως, ούτε εγώ που θα βρισκόμουν και τι με περίμενε. Βρισκόμουν σε αναζήτηση συμβόλων, ιχνών, ιχνών γιγάντων που σιωπηλοί, λακωνικοί εδώ και χιλιετίες ατένιζαν με ακούραστο βλέμμα προς τον ορίζοντα, εκείνα τα μέρη, όπου ο ήλιος δύει. Βρήκα γίγαντες, τόσο μεγάλους στο πνεύμα που σε θαμπώνουν, τόσο ισχυρούς στην συμπεριφορά και στις αρχές που υπερβαίνουν τις χιλιετίες, που νικούν τους εχθρούς της αλήθειας. Ναι, τους βρήκα από την οσμή τους, με την οποία είναι εμποτισμένη η Λακωνία, οσμή ιδρώτα και αίματος, σιωπηλών θυσιών δίχως θρήνο. Ακούγοντας λοιπόν τη σιωπή δεν μένει παρά να μάθουμε να ζούμε ως ελεύθεροι άνθρωποι σε ελεύθερη γη που να την αγαπάμε, να την σεβόμεθα και να την τιμάμε. Αυτό που δεν περίμενα να βρω, ίσως γιατί δεν ξεκίνησα με πρόθεση να τους βρω, ήταν οι άνδρες και οι γυναίκες της Λακωνίας, αλλά και όλης της Ελλάδας. Εκεί νους όχι, δεν γνώριζα, ότι ήταν εκεί.

Εκείνοι που την πρώτη φορά, χωρίς να τους έχεις ξαναδεί, σε κοιτούν στα μάτια και σου λένε: «Kαλώς ήρθες στο σπίτι Αδελφέ!». Αυτοί ήταν η φωνή των Γιγάντων που άφησαν αυτό το μήνυμα, όταν επιστρέψαμε. Για δεκάδες επί δεκάδων γενεών πέρασε αυτό το μήνυμα, από στόμα σε στόμα, από πατέρα σε γιο, ακούραστα, με την βεβαιότητα, ότι θα επιστρέφαμε. Ναι, επιστρέψαμε, επιστρέψαμε σ’ αυτήν την μητέρα, την κυρτωμένη από τα χρόνια, τους αιώνες, τις χιλιετίες που δεν έχει ούτε την δύναμη να ανασηκώσει το βλέμμα να καταλάβει τι λες, διότι μιλάς μια άλλη γλώσσα, αλλά γνωρίζει, γιατί δεν γίνεται να μην γνωρίζει, ότι είσαι τέκνο της, ότι γύρισες σπίτι και αυτό είναι το μόνο που μετράει. Το μόνο! Και αυτή η αγκαλιά δεν είναι νέα, αλλά παντοτινή, από τότε που χιτών κάλυπτε το κρέας, το αισθάνεσαι στο δέρμα σου σαν κάτι δικό σου, ως κάτι που αποτελεί μέρος από τα οστά σου. Οι καταιγίδες έπληξαν τις γαίες μας, εκείνες όπου ανατέλλει και δύει ο ήλιος και την ελπίδα, επειδή μίσος και αίμα διέκοψαν δεσμούς και συναισθήματα. Άλλα οι γίγαντες παρακολουθούν, πάνω απ’ όλους τα πάντα, έχουν ήδη δώσει και από αυτούς δεν μπορεί να αφαιρέσει κανείς τίποτα. Ακόμη και αν καταστραφεί και η τελευταία πέτρα, η φωνή τους θα μείνει πάντα ζωντανή, παρούσα και αθάνατη. Διότι βρίσκεται μέσα σ’ εμάς, εμάς τους Έλληνες


( Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 287 - Ιούλιος 2010 )