Μέρος 1ο

Η παρουσίαση των προκαταρκτικών πορισμάτων του ερευνητικού αρχαιολογικού προγράμματος στο Παυλοπέτρι που πραγματοποιήθηκε φέτος κατά τον Μάιο και Ιούνιο, έγινε από την Δρα Χρυσάνθη Γάλλου του Πανεπιστημίου του Νόττινγχαμ, η οποία εκπροσώπησε και τους συνεργάτες της κκ. Ηλία Σπονδύλη της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων και Jon Henderson του Πανεπιστημίου του Νόττινγχαμ.

Το πενταετές ερευνητικό πρόγραμμα στο Παυλοπέτρι που θα διαρκέσει από το 2009 έως το 2013, πραγματοποιείται από το Πανεπιστήμιο του Νόττινγχαμ της Αγγλίας (υπό την αιγίδα της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών) σε συνεργασία με την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και το Ελληνικό Κέντρο Εναλίων Ερευνών. Υπεύθυνοι εκ μέρους του Πανεπιστημίου του Nottingham έχουν ορισθεί οι Jon Henderson (διευθυντής) και Χρυσάνθη Γάλλου (αρχαιολογική υπεύθυνη), ενώ, όπως προβλέπεται από τον Ελληνικό Νόμο, γενικός διευθυντής του προγράμματος έχει ορισθεί ο Ηλίας Σπονδύλης της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων.

Το πενταετές πρόγραμμα θα διαφωτίσει ερευνητικά ερωτήματα σχετικά με την έκταση, τη χρονολόγηση και το χαρακτήρα του οικισμού, ο ρόλο του οικισμού στον έλεγχο του Λακωνικού κόλπου και τη διαχείριση των θαλάσσιων δικτύων ανταλλαγών στην προϊστορική Μεσόγειο καθώς και το πότε και πώς βυθίστηκε η πολιτεία και το Στενό της Ελαφονήσου. Στόχοι της φετινής ερευνητικής περιόδου, που χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από το Πανεπιστήμιο του Νόττινχαμ (Αγγλία) και το Ινστιτούτο Αιγαιακής Προϊστορίας (ΗΠΑ), ήταν η ψηφιακή αποτύπωση του καταβυθισμένου οικισμού και της αρχαίας ακτογραμμής, η επιβεβαίωση της ορθότητας του σχεδίου των ερευνών του 1968, η περισυλλογή επιφανειακών ευρημάτων, η προκαταρκτική μελέτη των σταδίων εγκατάλειψης και της βαθμιαίας καταβύθισης του οικισμού και των μεταβολών στην αρχαία ακτογραμμή, και η εκπόνηση σχεδίου προστασίας, συντήρησης, διαχείρισης και ανάδειξης του οικισμού και του περιβάλλοντός του. Στο πλαίσιο του πενταετούς προγράμματος θα πραγματοποιηθεί γεωμορφολογική έρευνα που θα μελετήσει το πότε και πώς καταβυθίστηκε ο οικισμός και το Στενό της Ελαφονήσου. Η έρευνα θα πραγματοποιηθεί από τον Δρα Nicholas Flemming του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον και το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.).

΄Οπως ακούσαμε στη διάλεξη, ο γεωλόγος, πολιτικός και πρώτος πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Φωκίων Νέγρης ήταν ο πρώτος που ανέφερε το 1904 την ύπαρξη αρχαίας πόλης στον υποθαλάσσιο χώρο μεταξύ της Ελαφονήσου και της παραλίας Πούντας στα Βιγκλάφια. H επισήμανση αυτή παρέμεινε ανεπιβεβαίωτη μέχρι το 1967 όταν ο ωκεανολόγος Nicholas Flemming επισκέφτηκε το Παυλοπέτρι και διαπίστωσε την ύπαρξη καταβυθισμένης πόλης εκεί. Την επόμενη χρονιά επέστρεψε στο Παυλοπέτρι με τους αρχαιολόγους A. Harding (το σημερινό πρόεδρο της Ένωσης Ευρωπαίων Αρχαιολόγων), τον G. Cadogan και τον R. Howell από το Πανεπιστήμιο του Cambridge και σε συνεργασία με τον τότε Έφορο Αρχαιοτήτων Σπάρτης, καθ. Άγ. Δεληβορριά, χαρτογράφησαν τη βυθισμένη πολιτεία. Έτσι, διαπίστωσαν ότι τα καταβυθισμένα λείψανα ανήκαν σε προϊστορική πόλη, πιθανότατα Μυκηναϊκή (δηλ. 1680-1180π.Χ.), και κάλυπταν έκταση 4.5 εκταρίων τουλάχιστον. Εντόπισαν σε μέγιστο βάθος 3 μέτρων και σχεδίασαν 15 μεμονωμένα κτηρία καθώς και αποσπασματικά σωζόμενους τοίχους οι οποίοι ανήκαν σε τουλάχιστον άλλα 15 κτήρια, και 5 δρόμους. Τα καταβυθισμένα αρχιτεκτονικά λείψανα συνεχίζουν προς και επάνω στη νησίδα Παυλοπέτρι όπου είναι ορατά ακόμα και σήμερα λείψανα τοίχων, που χρονολογούνται από τους προϊστορικούς έως τους βυζαντινούς χρόνους. Κατέγραψαν επίσης και σχεδίασαν 37 κιβωτιόσχημους τάφους και 2 τουλάχιστον Μυκηναϊκούς θαλαμωτούς τάφους. Στην παραλία της Πούντας χαρτογραφήθηκε εκτεταμένο νεκροταφείο 60 τουλάχιστον πρωτοελλαδικών και μυκηναϊκών τάφων. Το προϊστορικό νεκροταφείο ήταν ήδη γνωστό από τις αφηγήσεις του Άγγλου λοχαγού William Leake ο οποίος επισκέφτηκε το Παυλοπέτρι στις 5 Οκτωβρίου 1806.

Επί τη βάσει των ευρημάτων, που σήμερα φυλάσσονται στην Αρχαιολογική Συλλογή Νεαπόλεως, διατυπώθηκε το 1969 η άποψη ότι το Παυλοπέτρι κατοικήθηκε για πρώτη φορά το 2800 π.Χ. ενώ τα κτήρια και οι δρόμοι χρονολογήθηκαν στους Μυκηναϊκούς χρόνους (1680-1180 π.Χ.). Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε και τμήματά του κατοικήθηκαν ξανά κατά τους Ελληνιστικούς, Ρωμαϊκούς και Βυζαντινούς χρόνους.

Παρά τα σημαντικότατα πορίσματα των ερευνών του 1968, καμία έρευνα δεν πραγματοποιήθηκε κατά τα επόμενα 40 χρόνια. Πέρυσι η Χρυσάνθη Γάλλου και ο Jon Henderson από το Πανεπιστήμιο του Νόττινγχαμ, και ο N. Flemming από το Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον κατέθεσαν, μέσω της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, αίτηση για την πραγματοποίηση πενταετούς προγράμματος εναλίων αρχαιολογικών-γεωμορφολογικών ερευνών στο Παυλοπέτρι με σκοπό την εκ νέου διερεύνηση του καταβυθισμένου οικισμού. Είχε προηγηθεί η συστηματική επενεξέταση του φωτογραφικού υλικού και των πορισμάτων του έτους 1968 από τη Χρυσάνθη Γάλλου και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για την αρχαιότερη καταβυθισμένη πολιτεία στον κόσμο.

Στη διεθνή ομάδα συμμετείχαν φέτος Βρετανοί, Αμερικανοί και Έλληνες αρχαιολόγοι, ωκεανολόγοι, τοπογράφοι, αρχιτέκτονες-μηχανικοί και δύτες, μεταξύ των οποίων και νέοι αρχαιολόγοι από τα Βάτικα, η Νίνα Χαραμή και η Βίκυ Αργείτη, καθώς και η σπουδάστρια φωτογραφίας Ματίνα Χούλη που θα βοηθήσει σε τομείς σχετικούς με την ειδίκευσή της. Από του χρόνου, θα συμμετέχει στην ομάδα και ο φοιτητής Αρχαιολογίας Φοίβος Μπιλλίνης.

Στη φετινή έρευνα χρησιμοποιήθηκαν δύο νέες υπερσύγχρονες μέθοδοι χαρτογράφησης και αποτύπωσης. Για την αποτύπωση του βυθισμένου οικισμού και της αρχαίας ακτογραμμής χρησιμοποιήθηκε ρομποτικός χωροβάτης που θα επιτρέψει την παραγωγή σχεδίων ακριβείας και τρισδιάστατων μοντέλων του οικισμού. Η δεύτερη μέθοδος αφορούε στη χρήση ειδικού σόναρ τελευταίας τεχνολογίας (που έφεραν από την Αμερική) που χρησιμοποιείται σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και για τον εντοπισμό κοιτασμάτων πετρελαίου.

Για πρώτη φορά στα παγκόσμια δεδομένα, η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε φέτος για υποβρύχιες αρχαιολογικές έρευνες, και μάλιστα στο Παυλοπέτρι. Πραγματοποιήθηκε επίσης δειγματοληψία κεραμικών ευρημάτων από τον βυθισμένο οικισμό και όλο το αρχαιολογικό υλικό, που ήρθε φέτος στο φως, μεταφέρθηκε μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή τα μέσα Ιουνίου, για συντήρηση και φύλαξη στην έδρα της Εφορείας Εναλιών Αρχαιοτήτων στην Αθήνα.

Η φετινή έρευνα έδειξε ότι σώζονται σχεδόν όλα τα κτήρια που είχαν αποτυπωθεί το 1968. Σε απόσταση λίγων μόλις μέτρων από την ακτή εντοπίστηκαν φέτος νέα κτήρια που καλύπτουν μεγάλη έκταση. Ανακαλύφθηκε νέος δρόμος καθώς και μεγάλος αριθμός τάφων. Εντοπίστηκε μικρό κτήριο που θυμίζει Μινωική «κρύπτη πεσσών». Όπως αναφέρθηκε από την Χρ. Γάλλου κατά τη διάρκεια της διαλέξεως, οι «κρύπτες πεσσών» αποτελούσαν μέρος των οικιακών ιερών τόσο σε ανάκτορα όσο και σε σπίτια της Μινωικής Κρήτης και σχετίζονταν με τη λατρεία των χθόνιων θεοτήτων που ζωογονούν τη γη. Πρέπει, όπως τόνισε η ίδια, η υπόθεση αυτή να επιβεβαιωθεί ανασκαφικά, ώστε να μπορέσουμε να μιλάμε για το πρώτο παράδειγμα Μινωικής «κρύπτης πεσσών» στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ανακαλύφθηκε επίσης κτήριο του οποίου η κάτοψη και οι εξαιρετικά μεγάλες διαστάσεις έχουν οδηγήσει τους ερευνητές στη σκέψη ότι πιθανώς να πρόκειται για πρώιμη μορφή μεγάρου ή κάποιου άλλου σημαντικού διοικητικού κέντρου των προϊστορικών χρόνων. 



( Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 276 - Αύγουστος 2009 )