ΣΤΙΧΟΙ ΣΑΤΥΡΙΚΟΙ

Βάλτε λοιπόν γεννήτριες, βάλτε, μα στο Θεό σας
πρώτα σκεφτείτε αν αυτό θα είναι για καλό σας!

Θα ΄χουμε ρεύμα δηλαδή φτηνό να τρων κι οι κότες
κι άσωτα να το σπαταλούν αστοί μα και αγρότες;
να βάζουνε τα σύνεργα με ρεύμα να δουλεύουν
και ούτε τσακιστή δραχμή για αυτό να μη ξοδεύουν;
ή βάνουν άλλοι το νερό στο αυλάκι να κυλήσει,
να αρχίσει ο μύλος να γυρνά και τσέπες να γιομίσει;
κι αυτοί να κάθονται μακριά και να μας τυραννάνε
σαν κόρακες που καρτερούν να πέσουν να μας φάνε!
Αν βάλουν τις γεννήτριες πολύ κακό θα γίνει
και ούτε ψύλλος ζωντανός στον κόρφο μας θα μείνει.

Ούτε θα τρέχουν στα βουνά στις λιόφωτες ραχούλες,
κοπάδια γιδοπρόβα τα κι όμορφες βοσκοπούλες.
Ούτε πετούμενα εκεί φτερούγες δε θα ανοίγουν
ούτε φωλιές θα κάνουνε κι ερωτικά να σμίγουν.

Κι αν τύχει μεσ΄ στη συφορά κάποιο τους να γλιτώσει
άλλη πατρίδα ολοταχώς θα βρει να θα λαμώσει.
Χλωρό χορτάρι δε θα βγει και το ξερό θα σβήσει
και τα φυτά θα ξεραθούν και η γη δε θα καρπίσει!

Κι όπου τρέχει το νερό το χιλιοβλοημένο
ή φανερά πάνω στη γη ή στα βαθιά κρυμμένο
και διατηρεί απέθαντη και γελαστή την πλάση
δε θα κυλά πια γάργαρο, στη κάτω γη θα φτάσει.
Κι άμα χαθεί το δώρο αυτό πλέον τι θα γινούμε;

Δίχως το αθάνατο νερό θα πάψουμε να ζούμε!
Κριθίνα και Κάβο Μαλιά, Βαβύλα, Μεσοχώρι
και Φαρακλό και Αϊτοφωλιά και το Τζερεφοχώρι
Πέτρα και ράχες πιο ψηλά που ‘χουνε τόση αγριότη
κι οι Βράχοι που ήταν κάποτε του Παπά - Τσιριγώτη,

Έργο και Κοκκινόβραχος, ξέφωτα και ραχούλες,
πλατώματα και διάσελα και καρπερές πεζούλες,
δεντρότοποι, θαμνότοποι και ισκιωμένοι τόποι
που στους αιώνες πότιζαν με ιδρώτα οι άνθρωποι
κι ο κόσμος εμπουμπούκιαζε σαν νιόβγαλτο μελίσσι
κι έτρεχε αθάνατο νερό απ’ της ζωής τη βρύση
τώρα που αλλάξαν οι καιροί και πίσω δε γυρίζουν
βαλθήκανε τ’ αθάνατα κάποιοι να τα γκρεμίζουν.
Πάνε να μπήξουν στο κορμί περόνες τσιμεντένιες
που έχουν στην κορφή φτερά και μοιάζουν σαν αντένες

κι έχουν τη βάση φυτευτή με τόνους τα τσιμέντα
και που γεννούν τη συμφορά σα να ΄ταν αρμαμέντα.
Όσα δε κάναν οι σεισμοί μέσα εις τους αιώνες
θα τ΄ αποσώσουν σήμερα οι φοβεροί πυλώνες!

Όταν γυρίζουν τα φτερά στ΄ αφύσικο το δάσος
που θα φυτέψουν άσπλαχνοι με το περίσσιο θράσος
κι ακούγεται της φτερωτής ο πένθιμος ο ήχος
και που κανένας δεν μπορεί να τον μποδίσει τοίχος,
πολλά θα περιμένουμε να γίνουν παραπέρα
που θα ταράξουν καθενός την ψυχική του σφαίρα.
Ολημερίς κι ολονυχτίς κι ολοχρονίς τα ίδια,
να του σκοτίζουν το μυαλό με τούτα τα ...βαρίδια.

Να μην μπορεί ούτε στιγμή κανείς να ξανασάνει
και ήσυχα στην ώρα του να πέσει να πεθάνει.
Γιατί πολλά μπορεί κανείς μες στην απελπισιά του
να πάθει, και με όλα αυτά να χάσει τα μυαλά του!

Ποιοι παν’ να σπείρουν συφορές των Βοιατών την χώρα;
Γιατί μας γίναν χαβαλές στην κεφαλή μας τώρα;
Ποιος πόνος τους εθέρισε και πάνε με το ζόρι
να μας φυτέψουν στο κορμί της συφοράς το δόρυ;

Δε βρήκαν ανεμόδαρτα βουνά για να το μπήξουν
κι ήρθαν τ΄ασκί του Αίολου εδώ να μας τ΄ ανοίξουν;
Μα όποιος σπέρνει άνεμους τις θύελλες θερίζει
και δε γλιτώνει ουτ’ αυτός κι ας κάνει πως βαβίζει.

Τ’ αχλάδι πίσω την ουρά την έχει, καθώς λένε
κι αυτοί που χαχανίζουνε θα ΄ρθει καιρός να κλαίνε!
Κι αν θέλετε με το στανιό γεννήτριες να βάλτε
γυρίσετε στην πλάτη σας και το σταυρό σας κάντε.

Και να τις μπήξτε βαθιά, δίχως να γίνει ντόρος
γιατί είναι πιο κατάλληλος εκεί αυτός ο χώρος.
Κι άμα στην πρύμνη έχετε κολόνα και προπέλα
θα νοιώσετε τι πάθατε και θα σας πιάσει τρέλα!

Κάλλιο λοιπόν εσείς τρελοί κι εμείς ατσαλωμένοι
κάλλιο εμείς στα σέστα μας, κι εσείς οι κουνημένοι.
Μια συμβουλή σας δίνουμε, πίσω σας μην κοιτάτε,
μαζεύτε τα συμπράγκαλα και στο καλό να πάτε!


( Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 268 - Δεκέμβριος 2008 )