Του Ανέστου Μεϊμέτη

Κύριε Διευθυντά

Διάβασα με προσοχή την επιστολή του συμπατριώτη μας η οποία δημοσιεύθηκε στο φύλλο του Μαΐου 2008, με τον τίτλο: Η άλλη άποψη για τις ανεμογεννήτριες και γενικά για τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, καθώς και αυτή το κυρίου Γ. Ψαρράκη που παρατίθεται στην επόμενη σελίδα.

Παρότι η άλλη άποψη για τις ανεμογεννήτριες. .. δημοσιεύεται ανυπόγραφη, θα ήθελα να δηλώσω ότι την προσυπογράφω ανεπιφύλακτα. Επ’ ευκαιρία, θα ήθελα επίσης να κάνω μερικές επισημάνσεις στην άμεση απάντηση του αγαπητού Γ. Ψαρράκη, την αρθρογραφία του οποίου διαβάζω σχετικά συχνά, όσο μου επιτρέπουν οι επαγγελματικές μου υποχρεώσεις.

Χαίρομαι καταρχήν που ξεκαθαρίζει με σαφήνεια ότι δεν είναι κατά των εναλλακτικών πηγών ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων και των ΑΠΕ φαντάζομαι. Επειδή με την ως τώρα τακτική αρθρογραφία του το αντίθετο υποστήριζε ή αυτό, εγώ τουλάχιστον, είχα καταλάβει. Δεν έχω την δυνατότητα να επιβεβαιώσω ή να αμφισβητήσω τις πηγές που αναφέρεται, σύμφωνα με τις οποίες η τουριστική κίνηση μειώθηκε στην Δανία, Ολλανδία, Ουαλία και όπου εγκαταστάθηκαν αιολικά πάρκα, καθώς επίσης δεν γνωρίζω εάν οι αναφερόμενες χώρες αποτελούν και τουριστικούς προορισμούς. Τουριστικούς προορισμούς σίγουρα αποτελούν η Πορτογαλία και η Ισπανία και μάλιστα από τους δημοφιλέστερους, δεν φαίνεται όμως να συμμερίζονται τις εν λόγω μελέτες, καθώς η μεν Πορτογαλία έχει εξαγγείλει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα στόχος του οποίου είναι ως το 2020 να παράγει ενέργεια από ΑΠΕ σε ποσοστό διπλάσιο από αυτό που ορίζουν οι συμφωνίες της Ε.Ε. Ήδη παράγει ενέργεια από τα θαλάσσια κύματα. Μεταξύ δε πολλών άλλων αιολικών πάρκων και φωτοβολταϊκών που λειτουργούν ή είναι υπό κατασκευή, κατασκευάζει και το μεγαλύτερο αιολικό πάρκο της Ευρώπης. Η δε Ισπανία, έξυπνα εκμεταλλευόμενη τις ενισχύσεις της Ε.Ε. στο τομέα των ΑΠΕ, είναι κοντά στον στόχο του 20%. Έχει αναπτύξει τεχνογνωσία, χρηματοδοτεί την έρευνα και εξάγει επενδύσεις και τεχνολογία. Πρόσφατα μάλιστα πέρασε νόμο σύμφωνα με τον οποίο παρέχονται κίνητρα για την εγκατάσταση συστημάτων ΑΠΕ στις στέγες των υπαρχόντων κτιρίων ενώ όλα τα νέα κτίρια που θα κατασκευάζονται υποχρεωτικά θα πρέπει να παράγουν τουλάχιστον την κατανάλωση τους σε ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ που θα εγκαταστήσουν.

Αναφέρομαι στις δύο παραπάνω χώρες οι οποίες έχουν αρκετές ομοιότητες με την χώρα μας και ως προς την τουρισμό και ως προς την μορφολογία του εδάφους τους. Αυτό όμως δεν τις εμποδίζει, εκμεταλλευόμενες τις χρηματοδοτήσεις της Ε.Ε. και τον τουρισμό τους, να αναπτύσσουν και να μειώνουν την εξάρτησή τους από εισαγόμενες ενεργειακές πηγές και θέσεις εργασίας να δημιουργούν και τεχνογνωσία να αποκτούν. Δεν νομίζω δε ότι οι εκεί διαφωνούντες, εάν υπάρχουν, διατείνονται ότι συντελείται κανένα έγκλημα. Δεν θεωρώ επίσης ότι μπορεί να αμφισβητηθεί η περιβαλλοντική ευαισθησία των χωρών αυτών, συγκρινόμενη μάλιστα με την εγχώρια οι διαφορές είναι τουλάχιστον απογοητευτικές για μας.

Το έγκλημα, κατά την γνώμη μου, συντελείται σε εμάς εδώ και πολλά χρόνια και από ό,τι φαίνεται θα συνεχίσει να συντελείται γιατί δυστυχώς έχουμε όλοι μας βολευτεί από αυτό, από την χρήση δηλαδή ακόμη ως κύριας ενεργειακής πηγής του πλέον ρυπογόνου είδους γαιάνθρακα, του λιγνίτη. Ας ρωτήσει κάποιος τους κατοίκους των περιοχών που λειτουργούν εργοστάσια λιγνίτη ή ας επισκεφτεί τις περιοχές εξόρυξής του πριν μιλήσει για άλλα εγκλήματα. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστέψουμε ότι θα λύσουμε το ενεργειακό μας πρόβλημα τοποθετώντας όλοι ηλιακούς θερμοσίφωνες ή κάνοντας οικονομία της τάξης του 20%, σε έναν κόσμο που διψάει όλο και για περισσότερη ενέργεια. Δεδομένου ότι η ενέργεια, εκτός από το ότι μας προσφέρει ανέσεις και ποιότητα ζωής (αποτελεί κεκτημένο δικαίωμά μας έλεγαν σε όλους τους τόνους τα ΜΜΕ στα συχνά black out κατά την τελευταία απεργία των εργαζομένων στην ΔΕΗ) είναι βασική υποδομή και προϋπόθεση για την οποιαδήποτε ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης και της τουριστικής την οποία υποτίθεται ότι όλοι αποζητούμε. Πώς λοιπόν θα αντικαταστήσουμε τη χρήση ρυπογόνων ενεργειακών πηγών, όπως ο λιγνίτης και πώς θα παράλληλα θα αυξήσουμε την παραγόμενη ενέργεια, εάν πράγματι μας ενδιαφέρει η όποια οικονομική ανάπτυξη, σε μια εποχή που οι παραδοσιακές ενεργειακές πηγές όπως το πετρέλαιο, όλο και ακριβαίνουν και όσο θα γίνονται ακριβότερες και σπανιότερες τόσο περισσότερο θα εξαρτιόμαστε από αυτούς που τις ελέγχουν ; Ούτε εγώ φυσικά, ούτε κανένας μας νομίζω, θα παραδεχτεί ότι είναι κατά της εξοικονόμησης ενέργειας, κάθε άλλο. Αλλά πόσοι από εμάς είναι διατεθειμένοι να στερηθούν τις ανέσεις τους, το ψυγείο τους, την τηλεόραση ή ακόμη περισσότερο πόσοι από εμάς έχουν αντικαταστήσει ή προτίθενται να αντικαταστήσουν τους λαμπτήρες τους με νέους χαμηλής κατανάλωσης; Η εξοικονόμηση, κατά την γνώμη μου, έχει να κάνει με την συνειδητοποίηση και την ενοχή που μπορεί να αισθανόμαστε, όσοι από εμάς την αισθανόμαστε, ότι για κάθε κιλοβατώρα που σπαταλάμε ή καταναλώνουμε, επιβαρύνουμε το περιβάλλον με τόσα αέρια του θερμοκηπίου όσα εκπέμπονται για την παραγωγή του και όχι με την λύση του ενεργειακού. Ο τόπος μας και η χώρα μας δεν είναι αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, ούτε βέβαια βρίσκονται σε άλλο πλανήτη. Οι κλιματικές αλλαγές και η συνεχιζόμενη υποβάθμιση του περιβάλλοντος μας αφορά και μας επηρεάζει όλους άμεσα. Τα ρυπογόνα λιγνιτοεργοστάσια της Μεγαλόπολης, του Αλιβερίου και της Πτολεμαΐδας βρίσκονται μέσα στην αυλή μας. Παρωχημένης τεχνολογίας και επικίνδυνα πυρηνικά εργοστάσια τύπου Κοσλοντούι είναι δίπλα στην αυλή μας. Και δεν βλέπω να έχουμε καμία αναστολή να καταναλώσουμε εισαγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα από αυτά προκειμένου να μην στερηθούμε τα κλιματιστικά μας κατά τους όλο και πιο συχνούς καύσωνες, οι οποίοι γίνονται όλο και συχνότεροι λόγω των κλιματικών αλλαγών, τις οποίες δυστυχώς θεωρούμε «πρόσχημα» για να έρθουν το μεγάλο κεφάλαιο, οι πολυεθνικές και οι υπόλοιποι συνήθεις ύποπτοι να καταστρέψουν τον τόπο μας.

Με την ελπίδα ότι η άλλη άποψη θα προάγει την ποιότητα του διαλόγου. Ευχαριστώ για την φιλοξενία Ανέστος Μεϊμέτης Γλυφάδα

Σ.Σ. Καθυστερήσαμε να δημοσιεύσουμε τον πολύ ενδιαφέροντα διάλογο «Ανέστου Μεϊμέτη – Γιάννη Ψαρράκη» εξαιτίας φόρτου ύλης και του γεγονότος πως οι «ΑΠΕ» είναι σοβαρό μεν αλλά διαχρονικό πρόβλημα και θα μας απασχολεί για πολλά χρόνια..



( Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 266 - Οκτώβριος 2008 )