Του Τζώρτζη Ανωμήτρη - (Συνολική
αρθρογραφία)
Το έγγραφο που ακολουθεί είναι σχετικό με δύο υδρομύλους του Παραδεισιού, πιθανόν τους πιο παλιούς στην τοπική ιστορία των υδρομύλων. Ολόκληρος ο ένας από αυτούς και ο μισός από τον άλλο ήταν ιδιοκτησία της Μονής της Κοιμήσεως
της Θεοτόκου, της Παραδεισιώτισσας (1). Το υπόλοιπο μερίδιο άνηκε σε ιδιώτες .
Η ιδιοκτησία υδρομύλων στο Παραδείσι, μέσα στους αιώνες, ήταν θέμα μοναστηριακού ενδιαφέροντος. Η διάρκεια της μοναστηριακής ιδιοκτησίας έφτασε μέχρι το έτος 1770. Η έκταση και το είδος των ιδιοκτησιών της μονής αναφέρονταν σε παλαιό κώδικα του μοναστηριού (2). Μετά την άτυχη επανάσταση του 1770 «το μοναστήρι ηρήμωσε και άλλα μεν κατέκτησαν οι Τούρκοι αλλά δεν αγρίευσαν εις τρόπον ώστε ούτε γνωρίζονται πού και ποια είναι 3». Η μονή διαλύθηκε, τότε, οριστικά και μόνο
ελάχιστα στοιχεία πρόσκαιρης ζωής παρουσίασε μετά την απελευθέρωση. Οι υδρόμυλοι της νεώτερης περιόδου είναι όλοι ιδιόκτητοι, εκτός του ενός και ημισέως όπως ενημερώνει το έγγραφο.
Η οικοδόμηση υδρομύλων οι οποίοι λειτουργούσαν τη νεώτερη εποχή στο Παραδείσι
ανάγονται στο Ιθ΄ αι. και χρονολογούνται από τα πρώτα μετά την Επανάσταση του ‘21 χρόνια. Ακμάσανε οι ιδιωτικοί αυτοί νερόμυλοι στο β΄ μισό του ΙΘ΄ αιώνα και στο α΄ μισό του Κ΄ αι. 4. Από εκεί και δώθε έπαψαν να υπάρχουν σαν αναγκαίες επιχειρήσεις αυτού του είδους.
Οι υδρόμυλοι του εγγράφου ήταν πηγή πόρων, πηγή εσόδων στο άπορο μετεπαναστατικό κράτος που στήριζε την οικονομία του στη φορολογία των προϊόντων της γης. Ένα από τα πιο βασικά προϊόντα ήταν το στάρι με το οποίο τρεφόταν ο πληθυσμός της αναγεννημένης Ελλάδας.
Στο γεγονός αυτό οφείλεται το ενδιαφέρον των κρατικών υπηρεσιών, σχετικά με τους μύλους του Παραδεισιού,
δηλαδή, της «διοικήσεως Λακεδαίμονος 5», (της Νομαρχίας όπως λέμε σήμερα) και της “Β. [ασιλικής] επί των Εκκλησιαστικών κ.τ.λ. Γραμματείας της Επικρατείας", (του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, όπως λέμε σήμερα),καθώς και του δήμου Μαλέου εις τον οποίον υπαγόταν διοικητικά το Παραδείσι.
Ο γραμματέας Γ. Ροντόπουλος που βάζει την υπογραφή του κάτω από το κείμενο ήταν έμπειρος υπάλληλος σχετικά με οικονομικά συμφέροντα του κράτους και όπως γίνεται αντιληπτό από τον αναγνώστη του εγγράφου ήταν γνώστης του θέματος και προτείνει «ευπειθέστατος», στο Υπουργείο, με ευθυκρισία για τη σωστή λειτουργία των υδρομύλων και τη συμφερότερη
απόδοσή τους στην οικονομία του κράτους. Μεταγράφουμε το έγγραφο του 1840 από την πυκνή δυσανάγνωστη γραφή και το δίνουμε καθαρογραφημένο και ευανάγνωστο. Δίνουμε, επίσης, σε φωτοτυπία αποσπασματικά στοιχεία σχετικά με την ταυτότητα του εγγράφου.
“Εφροντίσαμεν να παραληφθώσι δια του δημάρχου Μαλέου, οι εν τω δήμω εκείνω ευρισκόμενοι εις και ήμισυ, υδρόμυλοι της διαλελυμένης Μόνης Παραδεισίου των οποίων η πενταετής ενοικίασις εξέπνευσε κατά τον Μάϊον του τρέχοντος έτους. Από το εσώκλειστον πρωτόκολλον
της παραλαβής εις την οποίαν δεν παρεβρέθη ο παύσας ενοικιαστής Αγγελάκης μολονότι ειδοποιήθη, πληροφορείται η Β. Γραμματεία την κα τάστασιν εις την οποίαν αι
οικοδομαί αύται ευρίσκονται. Ο εις, ελλειπόντων των λίθων και διαφθαρέντων των εργαλείων, δεν είναι εις ενέργειαν και μήτε δύναται να παραχωρηθή εις ενοικίασιν χωρίς να γίνη συμφωνία περί της επισκευής του δια την οποίαν χρειάζεται έξοδα. Ο άλλος του οποίου το ήμισυ ανήκον εις το Εκκλησιαστικόν Ταμείον έχων δε εν μέρει ερείπιον την οικοδομήν
ευρίσκεται κατά το άλλο εις καλήν κατάστασιν και δύναται να ενοικιασθή, καθόευρισκόμενος εις ενέργειαν και αποφέρων εισόδημα.
Επί του παρόντος διετάξαμεν τον δήμαρχον Μαλέου να αναλάβη αμέσως την εκ του πλησίου επιτήρησιν των μύλων αμφοτέρων, καταγράφων πληρέστερα και ακριβέστερα τα εργαλεία και την συσκευήν των δια να μη γίνη σφετερισμός και ζητηθή προς τούτοις λογαριασμός του εισοδήματος από τους συνιδιοκτήτας του ενός μύλου, δια να εξακριβωθή και εισπραχθή το ανήκον εις το Εκκλησιαστικόν Ταμείον μέρος από την εποχήν καθ’ ην εξέπνευσεν η πενταετής ενοικίασις. Το αποτέλεσμα του μέτρου τούτου θέλομεν σημείωσει εις την Β. Γραμματείαν. Αμφότεροι ούτοι οι μύλοι των οποίων τα της διαγραφής και εκτιμήσεως πρωτόκολλα
φέροντα αριθμούς 62 και 67 αναφοράς του διοικητηρίου, είχαν εξαιρεθή ισχυούσης της πενταετούς ενοικιάσεως. Του εμποδίου τούτου δι αλυθέντος ήδη, το προσφορότερον μέτρον της δι α θέσεως αυτών
είναι καθ’ ημάς ως υπό τους όρους του νόμου της 13/25 9βρίου 1836 ενοικίασις
αφού ο μεν ολοκλήρως ανήκων εις το Εκκλησιαστικόν Ταμείον ευρισκόμενος εις
κακήν κατάστασιν χρειάζεται επισκευήν και έξοδα και δεν είναι πιθανότης να
αποφέρει ανορθούμενος πλέον των 20 δραχμών ετήσιον ενοίκιον κατά τας
πληροφορίας του Δημάρχου Μαλέου, εις δε τον άλλον τα δικαιώματα του
Εκκλησιαστικού Ταμείου είναι ανάμικτα με ιδιωτικήν κτήσιν. Αν προτιμά την
εκποίησιν η Β. Γραμματεία ας ευαρεστηθή να μας επιστρέψη με τας διαταγάς της
τα παρ’ αυτή πρωτόκολλα της διαγραφής και εκτιμήσεως, άλλως μας δώση την
άδειαν να ενεργήσωμεν την ενοικίασιν αυτών πολυετώς ή μονοετώς ή όπως άλλως
εγκρίνει."
Για την ιδιοκτησία των υδρόμυλων της μονής του Παραδεισιού παίρνουμε δύο
χρήσιμες πληροφορίες οι οποίες απηχούν την παράδοση. Η μία της Χρυσούλας
Μανάκου - Τσάκου, δημοσιεύτηκε από την εφημερίδα «ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ», αρ. φύλλου
244, Δεκ. 2006 και μιλάει για τους νερόμυλους του Παραδεισιού των νεωτέρων
χρόνων. Πρώτος, μέσα σε 23 καταγραμμένους αναφέρεται ο νερόμυλος της
Παναγίας. Ακολουθούν οι ονομασίες των υπολοίπων (6). Η άλλη πληροφορία είναι
του γράφοντος αυτές τις γραμμές. Δημοσιεύτηκε από την εφημερίδα «ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ»,
αριθ .φύλλου 131, Αυγ. 1996. Είναι πληροφορία του μακαρίτη Βασίλη Σ. Χαραμή
που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Παραδείσι. Αντιγράφουμε:
«Ο πρώτος νερόμυλος ήταν στο ψηλότερο σημείο της δεξιάς πλαγιάς της
μεγάλης ρεματιάς του Παραδεισιού που κατεβαίνει από την Αϊτοφωλιά και
κοντινότερος στην πηγή του τρεχούμενου νερού που αποθηκευόταν εκεί και το
ξεχείλισμά του κατηφορίζει από τις κακανέβατες ανηφόρες και κυλάει προς τις
κατάφυλλες από υπεραιωνόβια δέντρα, βαθίσκιωτες ρεματιές από αμνημόνευτα
χρόνια που κανένας πρόπαππος δε θυμήθηκε να ακούσει από τους δικούς του προ
παππούδες από πότε υπάρχουν οι πηγές και από πότε το τρεχούμενο αυτό νερό
μπήκε στην υπηρεσία του ανθρώπου να κινάει μύλους και να αλέθει το στάρι, το
κριθάρι, το καλαμπόκι, που γινόταν ψωμί και στύλωσαν με αυτά γενιές ανθρώπων
στη φλούδα αυτής της γης» 7.
Σχετικά με τη χρονολόγηση αυτού του νερόμυλου μπορούμε να πούμε τα εξής.
Το μοναστήρι του οποίου ήταν ιδιοκτησία το νερό και ο μύλος της Παναγίας, το
πιθανότερο είναι να χτίστηκε στους παλαιολόγειους χρόνους. Ακόμα από
στοιχεία επιφανειακής έρευνας εικάζεται ότι η μονή χτίστηκε πάνω σε προ
χριστιανικό κτίσμα. Την επιβεβαίωση όμως ή την απόρριψη αυτής της άποψης θα
τη δώσει ανασκαφική επιστημονική έρευνα. Για τη χρονολόγηση δίνουμε ακόμα,
στοιχεία από τα πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας.
«Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατοίκων στη θέση αυτή υπήρχε παλαιό εκκλησάκι
που ερειπώθηκε και αντικαταστάθηκε στο τέλος του Ιθ΄ αι. από το σημερινό και
τα ερείπια του παλαιού ναΐσκου είναι σήμερα χωσμένα πίσω από το ιερό της
εκκλησίας. Το εκκλησάκι άνηκε στο μοναστήρι που βρισκόταν παλιότερα εδώ και
ήταν γνωστό ως “Παραδείσι”8. … Στο μοναστήρι αυτό, το Παραδείσι, τοποθετεί
και η παράδοση έναν από τους πιθανούς τόπους της ταφής των παιδιών του
αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ του Παλαιολόγου»9.
Μετά την κα τα στροφή του κώδικα της μονής, όπως αναφέρθηκε, οι πρώτες
αναφορές για υδρομύλους συναντιούνται στα 1836, όπου έχουμε πενταετή σύμβαση
εκμετάλλευσης του ενός και μισού μύλων του μοναστηρίου του Παραδεισιού. Στη
συνέχεια οι νερόμυλοι αναφέρονται ως ιδιοκτησίες με τα ονόματα ή τα
παρονόματα των ιδιοκτητών τους και ορισμένοι από αυτούς δίνονται προίκα σε
ντόπιους ή από γειτονικές περιοχές προερχόμενους, για θυγατέρες ή αδερφές,
γαμπρούς.
Από το έγγραφο που παραθέσαμε, το συμπέρασμα βγαίνει καταφάνερο. Η δι
αλυμένη από το 1770 μόνη του Παραδεισιού, μέχρι το έτος 1836 που ισχύει η
πενταετής ενοικίαση των μοναστηριακών υδρομύλων, καμιά φροντίδα δεν είχε κα
τα βληθεί για τη συντήρησή τους, καμιά μέριμνα για τη δυνατή απόδοσή τους .
Η παραμέληση οφείλεται στην ανυπαρξία στη μονή μοναχών. Ήδη στα 1828 τα
«εισοδήματα του μοναστηρίου αυτού είναι ευτελή και ζώσιν εξ αυτών εις
καλόγηρος , ο και ηγούμενος , και δύο μοναχαί» 10. Ο ηγούμενος αυτός ήταν
γέροντας μοναχός σε προχωρημένη ηλικία όπως βλέπουμε σε έγγραφα της εποχής
τα οποία θα δουν το φως της δημοσιότητας. Το ίδιο, γηραλέες, ήταν και οι
μοναχές. Συνεπώς δεν υπήρχαν εργατικά χέρια ούτε η διάθεση να δώσουν ψυχή,
να ζωντανέψει το μοναστήρι. Στα έτη 1836 και 1840, του δημοσιευμένου
εγγράφου, δεν αναφέρεται παρουσία μοναχών που θα προσέφεραν χειρονακτική
εργασία σε σχέση με τους νερόμυλους.
Όπως, κατ’ επανάληψιν αναφέρεται στο έγγραφο, υπήρχε μόνο εκκλησιαστικό
ταμείο, δηλαδή επίτροποι της εποχής μας, που μέναν απλοί παρατηρητές του
κατήφορου της μοναστηριακής περιουσίας, όπως ήταν οι υδρόμυλοι. Τη
διαπίστωση της ανεπανόρθωτης φθοράς των υδρομύλων και την ανύπαρκτη φροντίδα
τους από την πλευρά του «Εκκλησιαστικού Ταμείου», έκαμε πρώτος ο δήμαρχος
Μαλέου ο οποίος «διετάχθη» από την «Διοίκησιν Λακεδα ίμονος», από τη
Νομαρχία, να κάνει λεπτομερή έρευνα πάνω στο θέμα αυτό και να υποβάλει το
πόρισμα Δήμαρχος του Μαλεού ή Μαλεού, την εποχή εκείνη ήταν ο Γ. Σαραντίτης
11, άνθρωπος νουνεχής και δραστήριος, όπως φαίνεται η προσφορά του
γενικότερα στον τόπο μέσα από έγγραφα της εποχής που δι α τηρούμε ακέραια. Η
ορθή κρίση του δημάρχου Γ. Σαραντίτη επηρέασε τις υπηρεσίες της Νομαρχίας
και από εκεί προέρχεται η επίσης, ορθή πρόταση του γραμμτέα Γ. Ροντόπουλο
προς το αρμόδιο υπουργείο να προσεχτούν ιδιαίτερα τα υπό του δημάρχου
προτεινόμενα.
ΣΗΜ. 1.Στοιχεία από το αποτύπωμα της επίσημης σφραγίδας της μονής του
Παραδεισιού χρονολογούμενης από το έτος 1702. 2.Ελένης Δ. Μπέλια «Στατιστικά
Στοιχεία της Λακωνίας κατά την Καποδιστριακήν Περίοδον». Ανάτυπον εκ των
«Λακωνικών Σπουδών» Τ.Γ. ΑΘΗΝΑΙ 1977. 3.Ελ. Δ. Μπελιά. ΄Οπαν. 4.Το Πα
ραδείσι με την ανάπτυξη των υδρομύλων πρόσφερε μέγιστη υπηρεσία στον τόπο
κατά τον Ιθ΄ και Κ΄ αι. Σε επίσημα στατιστικά στοιχεία όπως η Απογραφή του
πληθυσμού του έτους 1889 αναφέρεται ως αυτοτελής οικισμός, ως ένα από τα
οχτώ χωριά των Βατίκων με πληθυσμό 127 κατοίκων. Μιχ. Χουλιαράκη. «Γεωγραφική,
Διοικητική και Πληθυσμική εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τομ Α΄, Αθήναι,
1974. 5.Πρώτη επίσημος εμφάνισις των οικισμών. Φύλλον εφημερίδος της
κυβερνήσεως, υπ’ αριθ.80 (παράρτημα) της 28-12-1836. Δημοσιεύεται για πρώτη
φορά από το επίσημο κράτος πίνακας διοικήσεων και υποδιοικήσεων κατά δήμους
και οικισμούς. Στη Διοίκηση Λακεδαιμόνος με πρωτεύουσα τη Σπάρτη, υπαγόταν η
υποδιοίκηση Επιδαύρου Λιμηράς , όπου οι δύο δήμοι Μαλεού και Βοιών. Μιχ.
Χουλιαράκη όπαν. 6.Είναι οι εξής: «Της Παναγίας, του Αντωνάκη Κοντομηνά, του
Καζαμαντώνη, του Γιωργάκη (του μπάρμπα Νικολάκη του Σταθάκη , της
Ζαμπετούλας , του Μάζαρη (Μα ζαράκη ), της θεια Σταυράκαινας, της θεια
Μπενέτως, της Παναγιωτίτσας, του Χαραμόγιαννη, της Κανέλαινας, του
Κοκκινόσταυρου (Κοντομηνά Σταύρου), του Χαραμονικόλα, της Παναγίνας, του
Χαραμοδημήτρη, του Μεμητσονικόλα, του Μεμητσοχαραλάμπη, της Παπαδοθεοδωρούς,
της θεια Σταύραινας, της Μιχοπαναγιώταινας, του Χαρλούμπου, του Τζερεφού του
Βασιλάκη και του Πιτσίνακα». 7.Συ ζήτηση με τον Βασίλη Σ. Χαραμή. Απόσπασμα
από αρχειακό υλικό. 8.Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1982, Αθήναι. 9.
Πρακτικά της Αρχαι ο λογικής Εταιρείας, 1982, Αθήναι. 10.Ελ. Δ. Μπελιά. ΄Οπ.
αν. 11.Ο Φαρακλιώτης Γ. Σαραντίτης, ήταν δήμαρχος του δήμου Μαλέου ή Μαλεού
με πρωτεύουσα το Φαρακλό. Την ίδια εποχή δήμαρχος του Βοιού ή των Βοιών,
ήταν ο Λαχιώτης Ιω. Βατίστας με πρωτεύουσα το Λάχι.
( Δημοσίευση Εφημερίδας
''ΤΑ
ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο
261 - Μάιος 2008
)