Του Τζώρτζη Ανωμήτρη      (Συνολική αρθρογραφία)

Η βελανιδιά, όπως λέγεται σήμερα στη γλώσσα που μιλάει ο απλός άνθρωπος, η δρυς όπως λεγόταν στη γλώσσα που μιλούσε ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, φυτρώνει και πυκνώνει σε αριθμό δέντρων και δημιουργούνται έτσι μέσα στη φύση μικρές ή μεγάλες δασικές εκτάσεις από το είδος αυτό.

Του δέντρου αυτού είναι γνωστά 2851 και άλλη πηγή τα ανεβάζει σε 300 είδη2. Από αυτά, 17 ευδοκιμούν στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα από αρχαιοτάτων χρόνων είναι γνωστό το δέντρο αυτό καθώς και οι ποικιλίες του. Συχνή είναι η αναφορά του από τον Όμηρο3.

Στη Λακωνική υπήρχαν στην αρχαιότητα φημισμένα δάση δρυός, όπως υπάρχουν και σήμερα σε ορισμένες περιοχές στα χαμηλώματα, στο παραθαλάσσι ον, όπως ο δρυμώνας στην περιοχή του χωριού Βελανίδια, στις Βοιές, στην απόληξη της χερσονήσου του Πάρνωνα. Η ύπαρξη δάσους βελανιδιάς στα Βελανίδια, “δρυμώνας” όπως αναφέρεται στη “Στατιστική” 4 των καποδιστριακών χρόνων, από την οποία πληροφορούμαστε την ύπαρξη του δάσους αυτού, είναι βασική γραπτή μαρτυρία πάνω στην οποία θεμελιώνουμε το μικρό αυτό πόνημά μας.

Στη “Στατιστική” αναφέρεται: Συνάζονται εις όλην την επαρχίαν [Μονεμβασίας] χίλιες περίπου οκάδες πρινοκόκκι... Έχει δρυμώνα εις Κυπαρίσσι από τον οποίο εξάγεται ξυλική οικοδομικής και ναυπηγίας, και ετέρου μικροτέρου εις Βελανίδια προς το ακρωτήριον Μαλέα..."

Η εντόπιση του χώρου όπου το δάσος δρυός, στα Βελανίδια, είναι δυνατή στον παρατηρητή. Απλωνόταν στη θέση όπου η διασφάξ, το ρήγμα της επιφάνειας της γης, η χαράδρα η οποία αρχίζει από τη Βαβύλα και το ξωκλήσι του Αγ. Ανδρέα και εκτείνεται σε ευθεία γραμμή σε μήκος περίπου δύο χιλιομέτρων και τελειώνει στην ακτή κοντά στον Άγ. Παύλο. Οι πλαγιές και η κοίτη της διασφάγος αυτής είναι κατάφυτες από χλοερούς θάμνους και διάφορα δέντρα, κυρίως πουρνάρια. Στη μέση αυτής της έκτασης βρίσκεται το βυζαντινό ναϋδριο του Αγ. Γεωργίου.

Το εξαγωγικό εμπόριο των βελανιδιών ήταν διαδεδομένο στην Πελοπόννησο τους ΙΣΤ΄, ΙΖ΄, ΙΗ΄ αιώνες . Η μεγαλύτερη παραγωγή και εξαγωγή γινόταν από τη Μάνη αλλά και από τις γύρω περιοχές της χερσονήσου του Πάρνωνα όπως μαρτυρείται σε έγγραφα. Το βελανίδι, συγκεκριμένα το “καπελάκι” του βελανιδιού ήταν πολύ χρήσιμο στη βυρσοδεψία και περιζήτητο στην αγορά της Βενετίας την εποχή της ακμής της. 5

Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη φροντίδα για καλλιέργεια και δεν επηρεαζόταν από καιρικές μεταβολές ούτε φθορά συνέβαινε στη μεταφορά του. Η συλλογή του από τα δέντρα χρειαζόταν μόνο και μεταφορά του με φορτηγά ζώα στο λιμάνι φόρτωσης. Όλοι είχαν συμφέρον από το εμπόριο του βελανιδιού, ο ιδιοκτήτης, ο συλλέκτης, ο αγοραστής, ο αγωγιάτης. Πολλές φορές η τούρκικη εξουσία δημιουργούσε εμπόδια στη διακίνηση του προϊόντος. Έπαιρναν τα μεταφορικά ζώα οι Τούρκοι και βράδυνε η μεταφορά στο παράλιον για να γίνει η φόρτωση στο καράβι.

Σε ολόκληρη την περιοχή των Βοιών, όπως και στα Βελανίδια, η χέρσα γη ήταν η τούρκικη ιδιοκτησία και χρησίμευε για βοσκοτόπια και μελισσοτροφία. Οι χριστιανοί σέμπροι φέρνανε σε πέρας τις χειρονακτικές δουλειές, όπως σπάνια χειρόγραφα, κακόγραφα, που συμβουλευτήκαμε, μαρτυρούν.

Σε έγγραφα που βρίσκονται στο ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών στη Βενετία και έχουν δημοσιευτεί στη σειρά των συγγραμμάτων “Θησαυρίσματα” αναφέρονται ονόματα ελλήνων εμπόρων από την περιοχή της Μονεμβασίας οι οποίοι είχαν συναλλαγές με τη Βενετία. Αναφέρονται επίσης με το αξίωμά τους μόνο, Τούρκοι αξιωματούχοι οι οποίοι παίρνουν μέρος σε διάφορες φάσεις της διακίνησης του εμπορεύματος και εισπράττουν το μπαξίσι τους. Ακόμα αναφέρονται ονομασίες καραβιών και καραβοκύρηδων όπως: “Στέφανος Φαλκόν” 6 “Μαρτζελιάνα Ριτζάρδα”7 και το όνομα του καραβοκύρη Άγγελου Ντέσιμου που φόρτωσαν στον “κόλπο του Έλους” στα 1597, 1600 και 1601, βελανίδια που έφερε ο Μονεμβασίτης Μιχάλης Μαμουνάς8 έμπορος και συνέταιρος του μεγαλέμπορου Μιχάλη Σβηρού".9 Λιμάνια ή ορμίσκους φόρτωσης ντόπιων προϊόντων και ξεφόρτωσης εμπορευμάτων από τη Βενετία σπάνια σημειώνονται στα έγγραφα. Ένδειξη ότι φορτωνόταν βελανιδιώτικο βελανίδι σε εμπορικό καράβι σε κοντινή ακτή στον τόπο παραγωγής είναι η πιο κάτω αναφορά: “Ο κυρ Μιχάλης Μαμουνάς έχει να λάβει δια όσα επρομετάρησε10 ο κυρ Γεώργιος Αλμπέρτος,11 ο γαμπρός του, να δώση προς τον κυρ Μιχάλην τον Σβηρόν βελανίδια καντάρια 400 δια καλόν λογαριασμόν χρέους τα οποία έστερξεν ο ρηθείς Αλμπέρτος να του τα φορτώσει εις το καράβη όπου παντέχη να έλθη να φορτώση και άλλα βελανίδια ειδικά του στελμένα από τον υιόν του τον κυρ Δημήτρη, κάτω εις την ρίβα 12". Κάτω στην ακτή δηλαδή.

Για κάθε ταξίδι στη Βενετία φορτώνονταν στα καράβια δύο ως τρεις χιλιάδες καντάρια βελανίδι. Μέρος από αυτό ήταν από το δάσος δρυός των Βελανιδίων .

Η εκμετάλλευση του δάσους αυτού, σύμφωνα με τα γραφτά, γινόταν από τον ΙΣΤ΄ αι, συνεχίστηκε το ΙΖ΄ και ΙΗ΄ μέχρι τα 1770 με τα Ορλωφικά.

Το χτίσιμο του σημερινού χωριού, τα Βελανίδια, έρχεται δεύτερο σε χρονική σειρά. Ο πρώτος οικισμός ήταν χτισμένος σε απόσταση 150 περίπου μέτρων, νότια από το άνω άκρο του σημερινού χωριού σε δυσκολοδιάβατη τοποθεσία αλλά ασφαλή για τον πληθυσμό του. Σώζονται τα χαλάσματα του παλαιού αυτού οικισμού ο οποίος ονομάζεται από τους ντόπιους Παλιοκαμάρες. Ο οικισμός αυτός, οι “Παλιοκαμάρες”, έχει βυζαντινή την αρχή του. Μαρτυρείται αυτό, εκτός από τον τρόπο δόμησης των κτισμάτων και από τα βυζαντινά ναϋδρια που σώζονται γύρω του, όπως ο Αγ. Παντελεήμων, ο Αγ. Κωνσταντίνος, ο Αγ. Χρυσόστομος, όλα με αγιογραφίες του 13ου αι. Επίσης η Μεταμόρφωση του Σωτήρος με αγιογραφίες του 14ου αι. Το ερειπωμένο ναϋδριο των Αγ. Θεοδώρων και ο Αγ. Μύρων ή Μύρος του 14ου αι. επίσης13.

Στην έρευνά μας δεν καταφέραμε να συναντήσουμε την ονομασία “Βελανίδια” μέσα στα 700 και πλέον χρόνια ύπαρξης του πρώτου οικισμού, σύμφωνα με τα πιο πάνω στοιχεία. Η άποψή μας είναι ότι η ονομασία έμεινε από τους καρπούς που δίνουν οι βελανιδιές - τα βελανίδια - και ειπώθηκε από τους εμπόρους της Μονεμβασίας οι οποίοι, με το πλήθος των συνεργατών τους χρησιμοποιούσαν σαν προσδιοριστικό εδαφικής περιοχής τη φράση: ‘’στα βελανίδια" (και αναλυτικά εις τα βελανίδια) και εννοούσαν τον τόπο παραγωγής, συλλογής και συσκευασίας τω καρπών αυτών. Είναι τοπωνύμιο καρπωνυμικό. Ο λαός απέβαλε από το εμπρόθετο άρθρο στα (εις τα) την πρόθεση - εις - και έμεινε το άρθρο - τα - μπροστά από το ουσιαστικό βελανίδια . Τα βελανίδια. Η λέξη έμεινε στο πέρασμα του χρόνου σαν τοπωνύμιο και έτσι ονοματίστηκε ο παρακείμενος προς το δάσος τω δρυών οικισμός, Βελανίδια.

Την ονομασία Βελανίδια συναντούμε για πρώτη φορά στη “Στατιστική” του 1828. Από τη μελέτη του κειμένου αυτού φαίνεται ότι η ονομασία Βελανίδια ήταν σε χρήση και προ του έτους 1770, πριν από τα Ορλωφικά. Δεν μαρτυρείται όμως στην απογραφή του Βενετού Γενικού Προβλεπτή της Πελοποννήσου Angelo Grimani στα 1700 ούτε στις πριν από αυτόν. Ως οικισμοί των Βατίκων ονοματίζονται μόνο: το “Φαρακλό, το Μισοχώρι, το Τζερεφοχώρι και ο Άγιος Θεόδωρος”.14 Συνεπώς, η ονομασία Βελανίδια, σαν οικισμός, πρέπει να δόθηκε ανάμεσα στα έτη 1700-1770.

Βελανιδιές υπάρχουν πολλές ποικιλίες. Εκτός από την δρυν την κοκκοφόρον από την οποία παρήγετο το βελανίδι του εμπορίου, για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω, στην ίδια περιοχή των Βελανιδίων υπάρχει και σήμερα όπως και στο παρελθόν και το συγγενικό είδος της δρυός της πρίνου ή αλλιώς πουρνάρι. Ο φλοιός της ρίζας του είναι δεψικός, το σπέρμα βαφικό και λέγεται πρινοκόκκι. Διαφωτιστικά είναι τα ακόλουθα: “Το πρινοκόκκι ή κικίδι ή κρεμέζ, (κόκκος ή κέρμης ο βαφικός), επί αιώνες αποτελούσε πηγή εισοδήματος για πολλές ελληνικές περιοχές. Είναι έντομα που αναπτύσσονται στα φύλλα της βελανιδιάς. Τα θηλυκά του κέρμητος σχηματίζουν μετά την ανοιξιάτικη γονιμοποίησή τους μικρό εξοίδημα στο φύλλο όπου εναποθέτουν δύο χιλιάδες περίπου αυγά και μία χρωστική ουσία. Οι χωρικοί συγκέντρωναν τους κόκκους πριν εκκολαφθούν τα αυγά, τους έβρεχαν με ξίδι και κρασί και τους στέγνωναν στον ήλιο. Έτσι οι κόκκοι έχαναν το επικονίαμά τους και αποκτούσαν ερυθρόφαιον χρώμα. Έχουν μέγεθος πιπεριού ή μπιζελιού, είναι σταυροειδείς και περιέχουν μια κόκκινη κονιώδη μάζα. Έδινε βαθύ κόκκινο χρώμα στα μαλλιά και στα μετάξια”15.

Σχετικά με τη βαφική ιδιότητα του πρινοκοκκιού η Βάσω Ψαρράκη, συγγραφέας και εικονογράφος, της οποίας η μητέρα Ελένη, το γένος Πέτρου Χαραμή κατάγεται από τα Βελανίδια, έθεσε στη διάθεσή μας δείγματα βαμμένων νημάτων τα οποία η ίδια επιμελήθηκε στο εργαστήριό της. Επίσης χειρόγραφες σημειώσεις της, όπου περιγράφονται οι τρόποι και μέθοδοι επεξεργασίας της βαφικής ύλης του πρινοκόκκου και τη βαφική επιτυχία, στα μάλλινα και μπαμπακερά, σε διάφορες αποχρώσεις, χρώματος κρεμεζί.

Ακόμα σε χειρόγραφό της, σχετικά με τη χρήση του πρινοκοκκιού στα Βάτικα σε περασμένους καιρούς, λέει τα εξής: “Η Ανέζα, σύζυγος του Δημητρίου Ψαράκη, το γένος Σιδέρη από το Φαρακλό, πεθερά μου, μού έλεγε ότι παλιά μαζευόντουσαν παρέα οι κοπέλες και μάζευαν από τους πρίνους, που ήταν γύρω από το χωριό, το πρινοκόκκι. Ήταν ένα έντομο που ξεραινόταν επάνω στα κλαριά των πουρναριών. Στην όψη ήταν όπως η μαύρη σταφίδα . Το “αίμα” των ξεραμένων εντόμων έβαφε το νερό κόκκινο. Με αυτό έβαφαν κόκκινα τα νήματα, τα υφάδια του αργαλειού. Τα χείλια και το στόμα τους γίνονταν κατακόκκινα γιατί καθώς τα μάζευαν όλο και κάποιο πρινοκόκκι έβαζαν στο στόμα τους και το “μασούσαν”16.

Η μεθοδική επεξεργασία και η πραχτική εφαρμογή της βαφής στο παρελθόν, σε μεγάλη έκταση, γινόταν στη Βενετία όπου έφταναν τα δασικά αυτά προϊόντα ως εμπόρευμα από τους τόπους παραγωγής τους ένας από τους οποίους ήταν τα Βελανίδια των Βοιών.

Στα “Θησαυρίσματα” στα οποία αναφερθήκαμε σημειώνονται και είδη εισαγωγής από τη Βενετία στην περιοχή της Μονεμβασίας. Πολλά από αυτά είναι υφάσματα όπως: “πανί σκαρλάτον”17 “μεταξωτά πολύλογα”,18 “πανί παγουνάτζον”,19 “πανί ράζο,20 κρεμεζία,21 και άλλα κολόρε”.22 Από αυτό το “πανί ράζο” φτιάχνανε στα Βάτικα τα πολυσυνηθισμένα ρασοβράκια που δείχνανε και κοινωνική διάκριση, μέχρι και τον Ιθ΄ αι. όπως διασώθηκε πληροφορία με τον προφορικό και τον γραπτό, σε χειρόγραφα προικοσύμφωνα, λόγο. Επίσης φέρνανε και “καβέτζος 23, πλεοκολόρε 24" για παραγγελία και αγορά στην επιστροφή από τη Βενετία.

Τα “πανία” - τα υφάσματα μετριούνταν σε “μπράτζα 25. Επίσης φέρνανε σαπούνι μέσα σε κασέλες, καθώς και ζάχαρη και άλλα “λιανικά”. Ακόμα φέρνανε μέσα σε κασέλες “γιαλιά” όπως καθρέφτες, ποτήρια και άλλα γυάλινα σπιτικά είδη.

Άλλα είδη εισαγωγής από τη Βενετία, όπως αναφέρεται σε άλλο τόμο των “Θησαυρισμάτων” 26 ήταν: “μαχαίρια ντριτζάδα φίνα” 27/ καρφία ντε κάνα 28/ καπέλα σκλαβούνικα 29/ πελόζα και ορδινάρι 30 / νταβάδες31/ κασέλες πλουμιστές και άλλες / τάβλες32 (μήκους 11/4 ποδών). /σκαλούνια33 φίνα / ξυράφια φίνα ντε πιόμπο34/ σίδερο".

Από αυτές τις κασέλες της Βενετίας μια αντιστάθηκε στο χρόνο. Βρίσκεται σήμερα ακμαία, σε περιοχή των Βατίκων.

Ποια όμως η τύχη του δάσους, δρυός της κοκκοφόρου, των βελανιδίων, του “δρυμώνος” της “Στατιστικής”. Όπως και για την εξαφάνιση ομοίων δασών άλλων γειτονικών περιοχών δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες έτσι και εδώ. Η γραπτή είδηση είναι ατονική. Είμαστε υποχρεωμένοι λοιπόν να ερευνήσουμε το θέμα ακολουθώντας πλάγια οδό. Η ιχνηλασία στα μονοπάτια τη έρευνας με τις παράπλευρες πληροφορίες μειώνει το κενό της γνώσης και οδηγεί σε εύλογο συμπέρασμα. Οι γραπτές πληροφορίες για τις στρατιωτικές ανάγκες της βενετοκρατούμενης Πελοποννήσου δίνει μια ιδέα της καταστροφής των δασών του τόπου αυτού. Έτσι ο Γενικός Προβλεπτής των όπλων στο Μοριά, Τζ. Κορνέρ, που βρισκόταν στο Μιστρά γράφει στο Δόγη, στη Βενετία, στις 11/2/1689:

“...Ανέθεσα στους προβλεπτάς να με πληροφορήσουν αν στις περιοχές τους υπάρχουν δάση που θα ικανοποιήσουν τις ανάγκες δια 100 χιλιάδες κοντάρια...”35

Σε άλλο έγγραφο σημειώνεται η δεκάτη από την κοπή ξύλων από τα δάση του τόπου, καθώς και η αξία σε βενετικά ρεάλια: “Θεώ Δόξα, 1700, 9 Σεπτεμβρίου. Δεκάτη ξυλείας από Μονεμβασία, ρεάλια 400. Περιφέρεια της Μονεμβασίας, ρεάλια 19.548 1/2" 36.

Το μεγάλο χρηματικό ποσόν της δεκάτης μαρτυρά το μέγεθος της υλοτομίας της ξύλευσης των δασών μεταξύ των οποίων και η δασική ύλη των Βελανιδίων.

Για κομμένα δέντρα μιλάει και έγγραφο του Γενικού Προβλεπτή του Μορέως, Νάνι, προς τον Προβλεπτήν Λακωνίας Μπάλμπι: “Μυστράς 16 Μαΐου 1704...

...Μαθαίνω ότι σε διάφορα μέρη στην περιοχή σας υπάρχουν ακόμη αρκετά δέντρα κομμένα που ανήκουν στο δημόσιο..." Δίνεται εντολή στον Μπάλμπι να τα συγκεντρώσει και να μεταφερθούν σε δημόσιες αποθήκες"37.

Από το δάσος δρυός των βελανιδίων γνωστό από τους μετά την Άλωση χρόνους, σύμφωνα με τα αναφερθέντα, γνωστό επίσης και από τη “Στατιστική” που πραγματοποιήθηκε με απόφαση του Ιω. Καποδίστρια στα 1828 δε μένει σήμερα παρά μόνο το τοπωνύμιο Βελανίδια, προερχόμενο από το καρπωνυμικό, τα βελανίδια, τους καρπούς του ομώνυμου δέντρου 38.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Κων.Μουτσόπουλου, καθηγ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, σελ. 778. Αθήναι 1898.
2.“Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια” ΠΥΡΣΟΣ, τόμος 9ος, σελ. 599.
3."εκ δρυός υψικόμιος Διός βουλήν επακούσαι. Οδ. ξ. 328=απ’ την ψηλόκορφη δρυ, του Δία τη βουλή ν’ακούσει.
4. Ελένης Μπελιά:"Στατιστικά στοιχεία της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς κατά το 1828. Λακωνικαί Σπουδαί - Αθήνα 1980".
5. ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ, τόμος 19ος, Βενετία 1982.
6. Στέφανος, το Γεράκι.
7. Είδος ιστιοφόρου, μέσης χωρητικότητος. Χρησιμοποιήθηκε, κυρίως, στα τέλη του ΙΣΤ΄ αι.
8. Μεγάλη και γνωστή οικογένεια των βυζαντινών χρόνων. Περισσότερα, Αντ. Μηλιαράκη: “Οικογένεια Μαμωνά”. Αθήναι 1902.
9. Μεγαλέμπορος με βάση τα Χανιά και επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο, κυρίως στη Μονεμβασία.
10.Υποσχέθηκε, ιταλικά promettare =υπόσχομαι.
11. Γνωστό επίθετο από τον ΙΣΤ΄ αι. Σήμερα υπάρχει στο γειτονικό χωριό Φούτια, όπου και ομώνυμος οικισμός.
12.ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ, τόμ. 16ος, σελ.193. Riva = ακτή λέξη ιταλ.
13.“Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας” “Έρευνα στην Επίδαυρο Λιμηρά”. Αθήναι 1982.
14. Βασ. Παναγιωτόπουλος."Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος - 18ος αι. σελ. 183. ΙΣΤΟΡ. ΑΡΧ. ΕΜΠΟΡ.ΤΡΑΠΕΖΗΣ 1987.
15. Κυρ. Σιμόπουλου “Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα”, τόμ. Α, σελ. 340, Αθήνα 1976.
16. Βάσως Ψαράκη. “Χειρόγραφα τετράδια”.
17. κόκκινο. Ιταλικά scarlato = κόκκινο.
18. πολλών ειδών ή πολλών χρωμάτων.
19. γαλαζοπράσινο. Ιταλ. pagonazzo ή paonazzo.
20. γυαλιστερό ύφασμα από μετάξι.
21.κοκκινόχρωμα. Τούρκικη λέξη Kirmizi.
22. xρώματα. Ιταλ. λέξη colore.
23. δείγμα. Στα βενετσιάνικα, carezzo.
24. Πολύχρωμος.
25. Πήχεις.
26. Θησαυρίσματα. Τόμ. 18ος. Βενετία 1981.
27. ίσια, ευθέα, ιταλ. drizzare. Φίνα = καλής ποιότητος, ιταλ. Finο.
28. μάρκα καρφιών
29. Δαλματικά.
30. Χνουδάτα, συνηθισμένα.
31. μικρό μαγειρικό σκεύος μπακιρένιο. Τουρκική λέξη, bakir =χαλκός.
32. Η λέξη έχει πολλές σημασίες όπως: τραπέζι. Εδώ σημαίνει το τάβλι, το επιτραπέζιο παιχνίδι.
33. Έχει πολλές σημασίες, όπως κλίμαξ (σκάλα). Εδώ, ιταλική λέξη scaglione = είδος παστού ψαριού.
34. από μολύβι, από μόλυβδο.
35. ΛΑΚΩΝΙΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙ, τόμ. 9ος, σελ. 266.Αθήναι 1988.
36. ΛΑΚΩΝΙΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙ τόμ. 12ος, σελ. 323, Αθήναι 1994
37. ΛΑΚΩΝΙΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙ τόμ. 12ος, σελ. 39, Αθήναι 1994.
38. Παρόμοιο παράδειγμα, η λέξη Ισταμπόλ τουρκική ονομασία της πόλης, (Κωνσταντινούπολης), Σχηματίστηκε κατά συγχώνευση εκ του συνθήματος των Τούρκων πολιορκητών της Πόλης για την κατάληψή της “εις την πόλην” Ισταμπόλ. Επιβλήθηκε, σαν ονομασία στα 1928, υποχρεωτικά από την κεμαλική κυβέρνηση της Άγκυρας.



( Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 257 - Ιανουάριος 2008 )