Της Δρ. Χρυσάνθης Κ. Γάλλου
Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την οργανωτική επιτροπή του Α' αυτού
Βατικιώτικου Συμποσίου για την τιμή που μου έκανε να με προσκαλέσει να
συμμετάσχω σε αυτή την εξαιρετική εκδήλωση. Η πρόσκληση είναι ιδιαιτέρως
τιμητική καθώς αν και η ίδια δεν είμαι Βατικιώτισσα, η έρευνά μου
περιστρέφεται γύρω από την ιστορία και την αρχαιολογία αυτής της γης.
Επιθυμώ επίσης να μεταφέρω τις θερμές ευχές των συναδέλφων μου από το Κέντρο
Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Nottingham
ώστε αυτή η αξιόλογη προσπάθεια να ευοδώσει και να συνεχιστεί, καθώς και την
υπόσχεση ότι εμείς θα είμαστε αρωγοί σε κάθε προσπάθειά σας να αναδείξετε
και να προωθήσετε τον πολιτιστιστικό πλούτο και ταυτότητα αυτού του τόπου.
Η περιοχή των αρχαίων Βοιών έχει να επιδείξει εκτός του
πλούσιου φυσικού κάλλους της, μια μακραίωνη ιστορία καθιστώντας την
πολιτισμικά μια από τις σημαντικότερες περιοχές της Λακωνικής γης. Αν και ο
χρόνος της μισής ώρας που μου έχει ζητηθεί να σας μιλήσω, είναι ελάχιστος εν
συγκρίσει προς τα 3400 χρόνια πολιτισμού στα οποία επιθυμώ να σας μυήσω, θα
προσπαθήσω να είμαι όσο πιο περιεκτική και κατανοητή γίνεται.
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την ιστορία και
αρχαιολογία της περιοχής προέρχονται κυρίως από τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη,
τον Σκύλακα, τον περιηγητή Παυσανία, τον γεωγράφο Στράβωνα, τον ιστορικό
Πολύβιο, τον Πτολεμαίο, τον Στέφανο Βυζάντιο, τους ξένους περιηγητές που
επισκέφθησαν την Ελλάδα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας αλλά και μετά την
Επανάσταση, τα μέλη της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής που ερεύνησαν
συστηματικά την περιοχή κατά τα έτη 1907-8, 1936-8 και 1956-8 (μεταξύ των
οποίων ο καθηγητής Alan Wace, ένας από τους θεμελιωτές της προιστορικής
αρχαιολογίας στην Ελλάδα και ανασκαφέας των Μυκηνών), και από σύντομες
αναφορές σε σωστικές ανασκαφές στην περιοχή. Επιπλέον, σήμερα θα
παρουσιασθούν για πρώτη φορά στοιχεία που έχουν προκύψει κατά τις έρευνες
της ομιλούσας στην περιοχή από το 2005 και εξής.
Η ιστορία των Βατίκων χάνεται βαθιά στον χρόνο και το
μύθο. Κατά τον περιηγητή Παυσανία, οι αρχαίες Βοιές ιδρύθηκαν από τον γιο
του Ηρακλή, Βοιό, μετά τη συνένωση της μέχρι τότε ακμάζουσας "Λακωνικής
Τριπόλεως" η οποία αποτελείτο από τις πόλεις Ήτιδα, Αφροδισιάδα και Σίδη.
Η Ήτις ήταν, σύμφωνα με τον μύθο, μία από τις δύο πόλεις
που ίδρυσε ο Αινείας δίνοντάς της το όνομα της κόρης του Ητιάδος, όταν μετά
την άλωση της Τροίας, στο ταξίδι του προς την Ιταλία, αναγκάστηκε να
καταφύγει λόγω ισχυρών ανέμων στον όρμο των Βοιών. Οι περιηγητικές πηγές την
τοποθετούν στη μικρή χερσόνησο Παλαιόκαστρο, στα νότια της Νεαπόλεως, όπου
σήμερα είναι ορατά αρχιτεκτονικά λείψανα και κεραμεική της ύστερης
αρχαιότητας. Η Αφροδισιάδα ιδρύθηκε επίσης από τον Αινεία και η θέση της
τοποθετείται νοτίως της Δαιμονιάς (αρχαία Κοτύρτα) και βορειότερα της
πεδιάδας των Βοιών. Ορισμένοι την τοποθετούν στην περιοχή Ψαφάκι, όπου έχουν
αποκαλυφθεί τάφοι, κτήρια και λείψανα εργαστηρίων, σκωρίες από την
εκκαμίνευση σιδηρομεταλλεύματος και τείχη από πωρόλιθο, ενώ άλλοι στην
περιοχή του οχυρού των Γεραντωνίων. Τέλος, η πολίχνη Σίδη εικάζεται ότι πήρε
το όνομά της από την κόρη του Δαναού ή κατ’ άλλους του Ζάρακα, βασιλιά της
Καρύστου Ευβοίας που βρήκε καταφύγιο στη περιοχή του Μαλέα κυνηγημένη από τη
θεά Ήρα. Κάποιοι ερευνητές την τοποθετούν στον ορμίσκο του Αγίου Γεωργίου
κοντά στο χωριό Βελανίδια, ενώ κατ’ άλλους βρισκόταν ακόμα βορειότερα, στην
περιοχή του οχυρού της Σαμάρας στον Άγιο Φωκά στην ανατολική ακτή του Μαλέα.
Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής δεδομένα καθιστούν την ταύτιση των τριών αυτών
αρχαίων θέσεων επισφαλή.
Η ίδρυση των αρχαίων Βοιών από τον Ηρακλείδη Βοιό μετά τη
συνένωση της "Λακωνικής Τριπόλεως" συνδέεται παραδοσιακά με χρησμό κατά τον
οποίο η θεά Άρτεμη διάλεξε τη θέση της νέας πόλης. Όταν λοιπόν, οι κάτοικοι
των τριών πόλεων αποβιβάστηκαν στην ξηρά, παρουσιάστηκε λαγός τον οποίο
έκαναν οδηγό της πορείας τους. Όταν ο λαγός τρύπωσε σε μια μυρτιά, έχτισαν
σε αυτό το μέρος την πόλη και ελάτρευαν ακόμα και την εποχή του Παυσανία την
μυρτιά την οποία ονόμαζαν Άρτεμιν σώτειρα. Ο Παυσανίας είδε στην αγορά της
πόλης ναό του Απόλλωνα, ενώ σε άλλο μέρος ναό του Ασκληπιού – αξίζει δε να
σημειωθεί ότι κεφαλή αγαλματίου Ασκληπιού έχει έρθει στο φως στη Νεάπολη. Ο
περιηγητής αναφέρει επίσης Σαραπείο και ναό της Ίσιδος. Στο δρόμο από τις
Βοιές προς την Ήτιδα σημειώνει μαρμάρινο άγαλμα του Ερμή, ενώ από τον
ερειπιώνα της Ήτιδος είδε ιερό του Ασκληπιού και της Υγείας.
Αναμφισβήτητα, ο πλούσιος φυτικός, ζωικός, θαλάσσιος και
μεταλλευτικός πλούτος της περιοχής προσέλκυσε την ανθρώπινη εγκατάσταση από
πολύ νωρίς .
Τα πρώτα βεβαιωμένα αρχαιολογικά κατάλοιπα που διαθέτουμε
σήμερα από την περιοχή των Βατίκων χρονολογούνται στην Τελική Νεολιθική
εποχή (περίπου 3000 π.Χ.) και συνιστούν θραύσματα χειροποίητων αγγείων (τα
γνωστά σε όλους μας "αρχαία κεραμιδάκια") και λίθινα εργαλεία, όπως αξίνες,
τριπτήρες και τριβεία, δηλωτικά της ενασχόλησης των προιστορικών κατοίκων
στα Βάτικα με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Τέτοια ευρήματα προέρχονται
από την περιοχή γύρω από το ναό του Άγιο Ανδρέα, την Αγία Τριάδα καθώς και
την γειτονική Ελαφόνησο. Επίσης, ευρήματα αυτής της περίοδου έχουν βρεθεί σε
σπήλαια στην Αγία Παρασκευή Νεαπόλεως, το Αψήφι στα βόρεια της πεδιάδας των
Αγίων Αποστόλων, την Τρυπάλια (κοντά στο Αψήφι) και τη Μαύρη Σπηλιά στα
Βελανίδια.
Περισσότερες πληροφορίες για την περιοχή διαθέτουμε από
την Πρωτοελλαδική περίοδο (περίπου 2700-2000 π.Χ). Θραύσματα κεραμεικής,
λεπίδες οψιανού (δηλαδή ηφαιστειακό γυαλί από τη Μήλο) και λίθινα εργαλεία
έχουν εντοπιστεί στο Παλαιόκαστρο (ένα θραύσμα παρουσιάζει ομοιότητες με
αντίστοιχο υλικό από την Δήλο), την Πλάκα και το Λιμανάκι Αυλόσπηλου
Νεαπόλεως, στο ύψωμα Καστέλλι στην περιοχή Λας, στον Άγιο Ανδρέα, στο
σπήλαιο των Αγίων Αναργύρων στην Παντάνασσα, στο Ραοσι,στην περιοχή γύρω από
το ναό της Αγίας Μαρίνας στον ΄Αγιο Νικόλαο Βοιών, γύρω από το εξωκκλήσι του
Αγίου Γεωργίου στην Ελίκα, στην ευρύτερη περιοχή του Κλεφταύλακου στα
ανατολικά του φάρου του Βρομώντα, και στην Ελαφόνησο.
Στο σημείο αυτό ίσως αναρωτηθείτε "μα τι σημασία έχουν
τώρα τα κεραμιδάκια ή οι πέτρες που μας δείχνει;" Κι όμως κάθε φορά που
βρίσκουμε ένα "κεραμιδάκι", ένα εργαλείο, έναν τάφο, το κομμάτι ενός αρχαίου
τοίχου ανοίγουμε διάλογο με το παρελθόν μας, με τους ανθρώπους που έζησαν
χιλιάδες χρόνια πριν σε τούτο τον τόπο. Έτσι σκεφτείτε οτι πριν 5000 περίπου
χρόνια ένας αρχαίος Βατικιώτης έφερε οψιανό από τη Μήλο ώστε να φτιάξει
λεπίδες -μαχαίρια ή πριόνια για να κόβει την τροφή του, τα δέρματα για να
ντυθεί ή ακόμα και να θερίσει, πήρε πηλό και έπλασε αγγεία, για να πιει ο
ίδιος και η οικογένειά του νερό, δοχεία για την τροφή τους (πίθοι, χύτρες,
πινάκια, φιάλες) ή ακόμα και αγγεία για να τα βάλουν μαζί με προμήθειες
(νερό, γάλα, λάδι, κρασί και τροφή) στον τάφο ενός αγαπημένου προσώπου ώστε
να τον συντροφεύσουν στο ταξίδι του στον άλλο κόσμο.
Ένα από τα σπουδαιότερα πρωτοελλαδικά νεκροταφεία στην
ηπειρωτική Ελλάδα, έχει εντοπιστεί στα Βιγκλάφια. Αν και σήμερα η περιοχή
ανήκει διοικητικά στην Κοινότητα Ελαφονήσου, ο χώρος δεν μπορεί να
διαχωρισθεί από το σύνολο της Βατικιώτικης αρχαιολογίας, δεδομένου και του
γεγονότος ότι η Ελαφόνησος, γνωστή στην αρχαιότητα ως "Όνου Γνάθος" "σιαγόνα
του γαιδουριού", ήταν προσπελάσιμη μέσω στενής λωρίδας γης έως το 1677 μ.Χ.
Η υποθαλάσσια σήμερα αρχαία θέση ανακαλύφθηκε το 1967 από τον ωκεανολόγο
Nicholas Flemming. Την επόμενη χρονιά χαρτογραφήθηκε από μέλη της Ομάδας
Εναλίων Ερευνών του Πανεπιστημίου του Cambridge, ενώ η αρχαιολογική
διερεύνηση του χώρου πραγματοποιήθηκε από τους καθηγητές Anthony Harding,
Gerald Cadogan και Roger Howell. Τα διάσπαρτα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η
θέση έχει διαρκή ιστορία από τους Πρωτοελλαδικούς ΙΙ χρόνους (περίπου 2700
π.Χ.) έως την Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ εποχή (1190 π.Χ.) οπότε και εγκαταλείπεται
για να ξανακατοικηθεί κατά τους ρωμαικούς χρόνους και να χρησιμοποιηθεί
αργότερα ως ορμητήριο κατά τις Σλαβικές επιδρομές. Η κεραμεική χρονολογεί
την τελική εγκατάλειψη του χώρου στα τέλη του 6ου ή τον 7ο αι. μ.Χ.
Με έμφαση στα προιστορικά δεδομένα, η θέση καταδεικνύει
στενές εμπορικές και πολιτισμικές σχέσεις με την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα,
τα Κύθηρα, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη. Την επανεξέταση των δεδομένων
για την προιστορική εποχή διενεργεί με ειδική άδεια της Βρετανικής Σχολής
Αθηνών η ομιλούσα στα πλαίσια μελέτης για την προιστορία της χερσονήσου του
Μαλέα, ενώ παράλληλα προγραμματίζεται η εκπόνηση προγράμματος τρισδιάστατης
χαρτογράφησης των υποθαλάσσιων και χερσαίων αρχιτεκτονικών λειψάνων από την
ομιλούσα σε συνεργασία με το Κέντρο Εναλίας Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου
του Nottingham και το Υπουργείο Πολιτισμού με σκοπό την αξιολόγηση της
διατήρησης των αρχαίων λειψάνων και την προστασία του χώρου. Όσον αφορά στα
ταφικά μνημεία που είναι ορατά στην παραλία των Βιγκλαφίων και των οποίων ο
αριθμός ανέρχεται στα 50 περίπου, πρόκειται για θαλαμοειδείς τάφους της
Πρωτοελλαδικής ΙΙ περιόδου, παράλληλα των οποίων βρίσκουμε στην Πελοπόννησο,
Αττική, Βοιωτία, Εύβοια, Μήλο, Χίο, Κρήτη και στην Κύπρο. Οι ταφικοί θάλαμοι
είναι μικροί, οβάλ σχήματος, η είσοδός τους είναι συχνά διαμορφωμένη και η
πρόσβαση γινόταν μέσω μικρού δρόμου ή σε κάποιες περιπτώσες λάκκου. Η
ανασκαφική τους διερεύνηση σίγουρα θα διαφωτίσει τα έθιμα ταφής των
πρωτοελλαδιτών της περιοχής. Παραδείγματα ταφών από άλλα σύνολα μας
επιτρέπουν να ανασυστήσουμε τη μέθοδο ταφής σε συνεσταλμένη στάση, όμοια με
τη στάση ενός εμβρύου στη μήτρα, με λιγοστά αντικείμενα να συνοδεύουν το
νεκρό στον άλλο κόσμο, όπως αγγεία, εργαλεία και μικροαντικείμενα δηλωτικά
ηλικίας, γένους ή επαγγέλματος.
Κατά τη Μεσοελλαδική εποχή (2000-1650 π.Χ. περίπου)
διαπιστώνεται εγκατάλειψη οικισμών, ερήμωση μεγάλων εκτάσεων γης και κατ’
επέκτασιν πληθυσμιακή μείωση όχι μόνο στην περιοχή αλλά σε ολόκληρη τη
Λακωνία. Τα ελάχιστα αρχαιολογικά δεδομένα που διαθέτουμε προέρχονται από
την Πλάκα Νεαπόλεως, τα Βιγκλάφια-Παυλοπέτρι και την Αγία Τριάδα.
Σημαντικότατες ωστόσο είναι οι μαρτυρίες περιοίκων για την ύπαρξη
μεσοελλαδικών τύμβων και πρακτικών ταφής σε πίθο στην ευρύτερη περιοχή του
Αγίου Γεωργίου Βοιών, την ύπαρξη των οποίων διεπίστωσα κι εγώ κατά τη
διάρκεια περιηγήσεώς μου στην περιοχή, καθώς είναι η πρώτη φορά που
αναφέρονται τέτοιου είδους ταφικά μνημεία σε ολόκληρη την Λακωνία και
αλλάζουν ριζικά τη εικόνα που έχουμε για την περιοχή κατά την Μέση Εποχή του
Χαλκού.
Η Μυκηναϊκή ή αλλιώς Υστεροελλαδική περίοδος (1650-1050
π.Χ.) που ακολουθεί αποτελεί εποχή ορόσημο για την ανάπτυξη αξιόλογης
εμπορικής και πολιτισμικής δραστηριότητας και πυκνή επικοινωνία με τα
Κύθηρα, τις Κυκλάδες, το νοτιο-ανατολικό Αιγαίο, την Κρήτη και την
ηπειρωτική Ελλάδα.
Μέχρι σήμερα δεν έχουν ανασκαφεί Μυκηναικοί οικισμοί στην
περιοχή. Ο σπουδαιότερος ωστόσο φαίνεται να είναι ο τώρα καταβυθισμένος
οικισμός στα Βιγκλάφια-Παυλοπέτρι. Ο οικισμός, παράλληλα του οποίου
βρίσκουμε στη Φυλακωπή της Μήλου και το Παλαίκαστρο της Κρήτης, επικρατούσε
στην πεδιάδα των Βατίκων, ή τουλάχιστον στο δυτικό τμήμα της καθ’όλη την
διάρκεια της Εποχής του Χαλκού. Η διερεύνηση του έτους 1968 απεκάλυψε
οικισμό με πολεοδομικό ιστό με δρόμους και ορθογώνια συγκροτήματα κτηρίων
(διαστάσεων 16x10μ). Τουλάχιστον 15 κτήρια σημαντικού μεγέθους έχουν
αναγνωριστεί και ο πληθυσμός υπολογίζεται στους 600 κατοίκους περίπου. Έχει
αποκαλυφθεί κεραμεική των πρωτοελλαδικών, μεσοελλαδικών και μυκηναικών
χρόνων, καθώς επίσης και ενδείξεις για δραστηριότητες ύφανσης και
επεξεργασίας πορφύρας καθώς και για την ενασχόληση των κατοίκων με την
κτηνοτροφία και τη γεωργία. Άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι κιβωτιόσχημοι
τάφοι με ταφές σε πίθο έχουν αποκαλυφθεί στα δάπεδα των οικιών κατά τις
μεσοελλαδικές και πρώιμες μυκηναικές ταφικές πρακτικές.
Ίχνη πιθανού Μυκηναικού οικισμού έχουν αναφερθεί στη θέση
Κύλα στον Άγιο Γεώργιο Βοιών, στη θέση Μινιώνες (τοπωνύμιο δηλωτικό των
σχέσεων της περιοχής με την Μινωική Κρήτη) στον Λα, καθώς και στο
Παλαιόκαστρο Νεαπόλεως από όπου πιθανολογείται ότι προέρχεται σύνολο
Χιττιτικών σφραγίδων, που φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο Ashmolean της
Αγγλίας.
Παρά το γεγονός ότι δεν έχουν ανασκαφεί οικισμοί στην
περιοχή, η ύπαρξη Μυκηναικών θαλαμωτών τάφων (οι γνωστές σε όλους μας
‘σπηλιές’) σε μεγάλο αριθμό θέσεων είναι δηλωτική της πυκνής κατοίκησης στην
περιοχή, π.χ. στη Νεάπολη (στα Οικονομιάνικα Νεαπόλεως, στον Αυλόσπηλο, στον
Βουρλωπό, στη θέση Ανεμόμυλος), στην Αγία Τριάδα στη Μεγάλη Σπηλιά, τον Άγιο
Γεώργιο (κοντά στο Δημοτικό σχολείο και στην περιοχή ‘Μανδρίτσα’), τον
Κάμπο, τα Στενά, τα Βιγκλάφια, και την Ελαφόνησο.
Δυστυχώς, οι περισσότεροι τάφοι είχαν συλληθεί ήδη από την
αρχαιότητα, στερώντας έτσι πολύτιμες πληροφορίες για τα έθιμα ταφής καθώς
και για τον πλούτο των κτερισμάτων τους. Από παράλληλα, μπορούμε ωστόσο με
βεβαιότητα να μιλήσουμε για τάφους σκαμμένους στο βράχο, οικογενειακούς – με
τριμερή διαίρεση (δρόμο-στόμιο-θάλαμο) όπου οι νεκροί θάπτονται είτε σε
λάκκους είτε απευθείας πάνω στο δάπεδο. Κτερίζονται δε με αγγεία, πολλές
φορές περίτεχνα διακοσμημένα, χάλκινα όπλα, κοσμήματα από χαλκό ή
ημιπολύτιμους λίθους, φαγεντιανή ή γυαλί, και προσωπικά αντικείμενα, π.χ.
περόνες ή ξυρούς. Η μελέτη των θαλαμωτών τάφων της Λακωνίας καταδεικνύει ότι
η νότια Λακωνία απετέλεσε κατά την πρώιμη Μυκηναική εποχή το χωνευτήρι των
πολιτισμικών επιδράσεων από τα Κύθηρα, την Κρήτη και τις Κυκλάδες, ήταν δε
υπεύθυνη για την εισαγωγή του θαλαμωτού τάφου στην ηπειρωτική Ελλάδα όπως
αποδεικνύουν τα ευρήματα των τάφων στον Άγιο Ιωάννη της Μονεμβασιάς. Πιστεύω
ότι ανάλογα ευρήματα θα μπορούσαμε να έχουμε και από τους Μυκηναικούς τάφους
των Βατίκων δεδομένης της στρατηγικής θέσεως τους, εγγύτατα στα Κύθηρα και
τη Κρήτη.
Η μεγάλη ανάπτυξη της περιοχής κατά τους υστεροελλαδικούς
χρόνους οφείλεται στα φιλόξενα λιμάνια και αγκυροβόλια που πρόσφερε στους
αρχαίους ναυτικούς κατά τον ριψοκίνδυνο περίπλου του Μαλέα καθώς και την
εκμετάλλευση της πορφύρας, των σπάνιων λουλουδιών για την παραγωγή
αρωματικών ελαίων όπως την γνωρίζουμε από τις πινακίδες Γραμμικής Β, και του
σπάνιου είδους παραθαλάσσιου κέδρου που πιθανόν εχρησιμοποιείτο στη
ναυπηγική, τέχνη που συνέβαλε σημαντικά στην εδραίωση των Μυκηναικών
βασιλείων.
Η πτώση των Μυκηναικών ανακτόρων επέφερε ερήμωση,
εγκατάλειψη και πολιτικο-οικονομικές ανακατατάξεις όχι μόνο στην περιοχή
αλλά και σε ολόκληρη σχεδόν τη Λακωνία κατά τον 11ο αι. π.Χ.
Κατά τον 9ο αι. π.Χ., οι Βοιές όπως και οι πόλεις Πρασσιαί
(το σημερινό Λεωνίδιο), η Κυνουρία, ο Ζάρακας και η Επίδαυρος Λιμηρά, ήταν
μέλος της συμμαχίας της οποίας προίστατο το Άργος. Τον 7ο αι. οι Βοιές
κατελήφθησαν από τη Σπάρτη ενώ στα μέσα του ίδιου αιώνα επανακαταλήφθησαν
από το Άργος.
Κατά τους κλασικούς χρόνους, μετά τη μάχη της Θυρεάτιδος
το 456 π.Χ., οι Βοιές και η περιοχή της ανήκε στις περιοικίδες πόλεις της
Σπάρτης, η οποία εκμεταλλευόταν και τα πλούσια κοιτάσματα
σιδηρομεταλλεύματος στον Άγιο Ελισσαίο και το Παλαιόκαστρο Βοιών. Το λιμάνι
της πόλεως ήταν τόσο αξιόλογο ώστε να θεωρηθεί κατόρθωμα η λεηλασία του από
τον Τολμίδη το 425 π.Χ. και να τον τιμήσουν οι Αθηναίοι με άγαλμα επειδή
έκαψε τα νεώρια των Λακεδαιμονίων στο Γύθειο και κατέλαβε τις Βοιές και τα
Κύθηρα. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, τα Βάτικα υπέστησαν
πολλές επιδρομές και καταστροφές, όπως μαρτυρεί μεταξύ άλλων το οχυρό των
κλασικών χρόνων στα Γεραντώνια Αγίου Γεωργίου Βοιών. Στην ίδια θέση έχει
εντοπιστεί εκτεταμένο νεκτροταφείο των αρχαικών, κλασικών και ελληνιστικών
χρόνων, όπως και στην Ελίκα.
Το 219/8 π.Χ. οι Βοιές καταστράφηκαν από τον βασιλιά
Φίλιππο, ενώ στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. ο Ρωμαίος στρατηγός Τίτο Φλαμίνο
ανακηρύσσει ελεύθερες τις παράλιες πόλεις της Λακωνίας και σχηματίζεται το «Κοινόν
των Λακεδαιμονίων» που αργότερα, την εποχή του Αυγούστου (22 π.Χ.) θα
μετονομασθεί σε «Κοινό των Ελευθερολακώνων».
Κατά τους δύο πρώτους αιώνες μ.Χ. η πόλη γνώρισε μεγάλη
άνθιση ως εμπορικό λιμάνι όπως μαρτυρούν τα μνημειακά δημόσια οικοδομήματα
π.χ. οι θέρμες με τα υπόκαυστα, λουτρικά συγκροτήματα, οι ναοί που είδε ο
Παυσανίας, τα αγάλματα και οι επιγραφικές μαρτυρίες, ενώ κόβονται και
αυτοκρατορικά νομίσματα με την επιγραφή «ΒΟΙΑΤΩΝ» με παραστάσεις Αρτέμιδος,
Ίσιδος, Ασκληπιού και Ποσειδώνα.
Χαρακτηριστική της σπουδαιότητας της περιοχής και της
εκμετάλλευσης της πορφύρας κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους είναι η πληροφορία
που μας διασώζει ο Φιλόστρατος, κατα τον οποίο ο αυτοκράτορας Σεβήρος έτρεφε
ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το εμπόριο και τη χρήση της και για το λόγο αυτό
θέσπισε ειδικό φόρο επί το κόχλου, "τα επί κόχλω επιτίμια".
Κατά την εποχή αυτή φθάνει επίσης στο αποκορύφωμά της η
λατόμευση λίθων σε διάφορα σημεία των Βατίκων όπως τα Βιγκλάφια με τη γνωστή
«πυραμίδα», τα Πωράλωνα με αντίστοιχο κτίσμα, τα Γεραντώνια και στην Αγία
Μαρίνα. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι το λιμάνι Νυμφαίον, στο οποίο υπήρχε,
κατά τον Παυσανία, άγαλμα όρθιου Ποσειδώνα ταυτίστηκε από τον Γιάννη Πίκουλα
με το Κλευταύλακο και το σπήλαιο με τη "γλυκέος ύδατος πηγή" με το σπήλαιο
Κανατάκι της Αγίας Μαρίνας.
Από την εποχή της ρωμαϊκής ακμής ανήκει και το γνωστό
μακρό ταφικό επίγραμμα από τις Βοιές για μια νεαρή κοπέλα, την Αρέσκουσα,
την οποία θρηνεί ο ποιητής παρομοιάζοντάς την με την Αφροδίτη στην ομορφιά
και τη θεά Αθηνά στη σοφία και την δεξιοτεχνία.
Το προνομιακό καθεστώς για τους Ελευθερολάκωνες
διατηρήθηκε επί δυο αιώνες, μέχρι τα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού,
οπότε με τα νέα διοικητικά μέτρα καταργήθηκε και η ομοσπονδία των πόλεων της
Λακωνίας. Στη Συλλογή της Νεαπόλεως φυλάσσεται θραύσμα του περίφημου
Διοκλητιάνειου Αγορανομικού Διατάγματος (301 μ.Χ.) με το οποίο ορίζετο το
ανώτατο όριο των τιμών ορισμένων καταναλωτικών αγαθών πρώτης ανάγκης, επί
ποινή θανάτου σε περίπτωση υπερβάσεως.
Σταδιακά οι Βοιές παρήκμασαν και καταστράφηκαν ολοσχερώς
το 375 μ.Χ. ως αποτέλεσμα του καταστρεπτικού σεισμού που καταβύθισε μεγάλα
τμήματα τόσο των Βοιών όσο και της λοιπής νοτίου Λακωνίας. Έτσι
ολοκληρώνεται η μακραίωνη πορεία μιας πανάρχαιας περιοχής.
Τελειώνοντας, εύχομαι η παρουσίαση αυτή να αποτελέσει το
έναυσμα για την κατανόηση της σπουδαιότητας της περιοχής και είμαι σίγουρη
ότι όλοι σας νοιώθετε επιτακτική την ανάγκη να αναδειχθεί ο αρχαιολογικός
πλούτος της ώστε τα Βάτικα να λάβουν την θέση που δικαιωματικά τους αξίζει
στον πολιτιστικό χάρτη της Ελλάδος. Σας ευχαριστώ όλους που με συντροφεύσατε
απόψε σε αυτό το σύντομο ταξίδι πίσω στην ιστορία των Βατίκων.
To κείμενο που προηγήθηκε αποτελεί Ανακοίνωση στο Α΄
Βατικιώτικο Πολιτισμικό Συμπόσιο
(Δημοσίευση Εφημερίδας
''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 254 -
Οκτώβριος 2007)