Του Γιάννη Ψαρράκη ( Βιογραφικό & αρθρογραφία )
Μία πυκνή συστάδα από πέτρινους κορμούς, δίνει το
κέντρισμα στη φαντασία για καινούργιες περιπλανήσεις.
Όρθιοι πειρατές, που πέτρωσαν για τα κρίματά τους από εκείνους τους χρόνους
τους αλλοτινούς που η Ιστορία δεν είχε καταγράψει σαν τρανό πρόσωπο και
πρωταγωνιστή τον Χαϊρεντίν το Μπαρμπαρόσα, αλλά που το σπουδαίο πρόσωπο ήταν
ο αδελφός του ο Αρούζ και με τα πειρατικά του λυμαινόταν την περιοχή. Η
βαθυγάλαζη επιφάνεια της θάλασσας μαρτυρά το μεγάλο της βάθος και το κύμα
μπουκάροντας στις θαλασσοσπηλιές τινάζεται έξω με αφρούς αφήνοντας ένα
υπόκωφο μουγκρητό.
Ένα μουγκρητό που μέσα του θαρρείς πως είναι ανακατεμένοι αλαλαγμοί πειρατών,
θρήνοι και βογκητά από γυναικόπαιδα. Ένα στιγμιαίο κλείσιμο των βλεφάρων από
τη μεταμεσημεριανή αντηλιά, είναι αρκετό και σε έχει μεταφέρει στα
σκλαβοπάζαρα της Μπαρμπαριάς. Όμορφες φτιασιδωμένες γυναίκες, ρωμαλέοι
άντρες, έφηβοι και παιδιά, στέκουν στη σειρά. Ο Ρογήρος Λούριας, και πιο
πέρα ο Αρούζ, αλλά και ο Ρογήλος ντε Φλόρ, ο αγνώστου πατρίδας Τζιοβάνι
Ντέλο Κάβο, ο Έρρικι ο Τουρκοϊταλός, ο καπετάν Λαχτάρας, μα και ο Τρακάδας,
διαλαλούν “την πραμάτεια τους”. Νέες και όμορφες γυναίκες 80 - 100 δουκάτα.
Μεσήλικες γυναίκες 30 - 40. Έφηβοι 40 - 50. Ρωμαλέοι άνδρες 60 δουκάτα. Οι
υποψήφιοι αγοραστές φτύνουν τις γυναίκες στο πρόσωπο τρίβοντάς το με την
παλάμη τους, για να καταλάβουν αν η ομορφιά είναι φτιαχτή ή φυσική. Στους
άνδρες ανοίγουν το στόμα και ελέγχουν τα δόντια. Βλέπετε σε εκείνα τα
δύσκολα χρόνια δεν έφθαναν οι Φράγκοι, Μαυριτανοί, Αλγερινοί και άλλοι
πειρατές μα είχαμε και τους Έλληνες που τους συναγωνιζόταν σε πονηριά και
αγριότητα. Η Μάνη χώρα φτωχή και άγονη, δεν είχε πόρους αρκετούς για να
συντηρηθεί. Οι κάτοικοί της λοιπόν αναγκάζονταν να καταφεύγουν και στην
πειρατεία, που δεν τη θεωρούσαν επάγγελμα ατιμωτικό, αλλά απεναντίας
λεβέντικο. Η πλαγιά αρχίζει να αποκτά έντονες κίτρινες πινελιές που της
δίνουν μία ξεχωριστή ομορφιά, καθώς πυκνώνουν οι ανθισμένες αφάνες.
Ταπεινά φυτά, περισσότερο γνωστά μας για τη χρησιμότητα τους ως προσανάμματα,
που λίγες φορές η ματιά μας κοντοστάθηκε για να μπορέσει να αιχμαλωτίσει την
ομορφιά τους. Αριστερά του δρόμου ακοίμητος πέτρινος βιγλάτορας, ορθώνει το
γιγάντιο πέτρινο ανάστημά του και βιγλίζει τη ματιά του προς την πλαγιά του
βουνού, ψάχνοντας τους ιερόσυλους που θα θελήσουν να μολέψουν το παρθένο
τοπίο. Αλλά και από τη δεξιά πλευρά του δρόμου άλλος ακοίμητος πέτρινος
βιγλάτορας βιγλίζει προς το πέλαγος, μην τυχόν και προβάλουν πειρατές και
κουρσέψουν την πρωτόγνωρη ομορφιά.
Θωρώντας τους να στέκονται δεξιά και αριστερά του στενού δρόμου, τους
νιώθεις όχι μόνο φύλακες μα και παραστάτες σε πανάρχαιες μυητικές διαδρομές.
( Δημοσίευση Εφημερίδας
''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο
252 - Αύγουστος 2007 )